Βλαντή Παναγιώτα



Η ΩΡΑΙΑ ΝΤΙΒΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΑΓΑΠΑ, ΘΥΜΩΝΕΙ, ΣΥΓΧΩΡΕΙ ΚΑΙ ΠΡΟΧΩΡΑ ΜΠΡΟΣΤΑ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΕΤΑΝΙΩΝΕΙ ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΑ

Ομολογώ ότι δεν είχα συναντηθεί με την Παναγιώτα Βλαντή από κοντά. Γι αυτό και είχα μια μικρή αγωνία για το πως θα “αντιμετωπίσω” μια γυναίκα που, τα τελευταία χρόνια, κυρίως μέσα από τους ρόλους της, την ακολουθεί ο μύθος της “ωραίας ντί- βας”. Όταν, όμως, βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο, στο Κολωνάκι, στο ραντεβού που είχαμε δώσει για τη συνέντευξη, αμέσως μετά τη φωτογράφιση που έκανε για το Mens’ Arena, διαμορφώθηκε από την αρχή, και χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία μια χημεία μεταξύ μας. Μια χημεία που βοήθησε να κυλήσουν όλα απολύτως φυσικά και αβίαστα, ακόμη κι όταν οι ερωτήσεις έγιναν περισσότερο προσωπικές απ’ όσο κι εκεί-
νη είχε στο μυαλό της.

Όταν, μάλιστα, άκουσα να μου διηγείται με αγανάκτηση, αλλά και παράπονο την ιστορία με την κλήση που είχε πάρει για παράνομη στάθμευση, λίγη ώρα νωρίτερα, σε ένα από τα στενά του Κολωνακίου, κατάλαβα ότι η απόσταση στις απόψεις μας για όσα συμβαίνουν γύρω μας, απείχαν ελάχιστα. Και, τότε, άρχισε να μου εξηγεί πως, ενώ θέλει να είναι πάντοτε εντάξει στις υποχρεώσεις της ως πολίτης, η ίδια η Πολιτεία την αναγκάζει, κάποιες φορές, να κάνει το αντίθετο:

«Ήθελα πάντοτε να είμαι με τον νόμο. Δεν θέλω να χρωστάω, θέλω να είμαι συνεπής με τις υποχρεώσεις μου στην εφορία, στα χρέη μου, στα δάνειά μου. Σταματάω με το αυτοκίνητο και θέλω να παρκάρω σε θέση ελεγχόμενης στάθμευσης. Και πηγαίνω στο περί- πτερο να αγοράσω την κάρτα. Και αναγκάζομαι να περπατήσω όλο το Κολωνάκι για να βρω κάρτα. Και πάει ο άλλος και με γράφει. Σου μιλάω ειλικρινά, θύμωσα πάρα πολύ σήμερα. Γιατί εγώ θέλω να εί- μαι νομοταγής και δεν με αφήνει το ίδιο το κράτος να είμαι. Αφού θέλεις να είμαι εντάξει και να πληρώνω για την κάρτα, δώσε μου τη δυνατότητα να βρίσκω την κάρτα κοντά εκεί που έχω παρκάρει. Πήγα σε πέντε περίπτερα και δεν βρήκα».

Ήταν μια καλή αφορμή αυτό το περιστατικό που την είχε θυμώσει τόσο πολύ, για να μου μιλήσει γενικότερα για το πως αισθάνεται, σήμερα, ως πολίτης αυτής της χώρας, τι φοβάται, τι την ανησυχεί, τι τη “βγάζει έξω από τα ρούχα της”.

«Με φοβίζει όλο αυτό το πράγμα, με τους συνταξιούχους που τους βλέπω να έχουν δουλέψει τόσο πολύ στη ζωή τους και ξαφνικά να τους συμβαίνει αυτό που γίνεται τώρα. Πώς να αισθανθώ καλά; Πληρώνω φόρους και δεν βλέπω να γίνεται τίποτα, ούτε στην Υγεία, ούτε στην Παιδεία. Να πω, δηλαδή, “ok, πληρώνω φόρους και δεν έχω εγώ πλεονεκτήματα, αλλά έχουν τα παιδιά, έχουν οι ηλικιωμέ- νοι ή είναι καλά τα νοσοκομεία, αν πάθω κάτι να πάω σε νοσοκομείο και να με προσέξουν”. Λοιπόν, πως να αισθάνομαι καλά; Υπήρχαν πάντα τέτοια προβλήματα, απλά τώρα είναι χειρότερα».

Ωστόσο, το τελευταίο που θα ήθελε είναι να αφήσει την Ελλάδα: «Όχι, μαύρη πέτρα δεν θα ‘θελα να ρίξω. Ξέρεις τί με κάνει να θέλω να ρίξω μαύρη πέτρα, μερικές φορές; Συμβάντα σαν το σημερινό. Είπα “Θεέ μου, να πάω να ζήσω κάπου, εφόσον εδώ και να θέλεις να είσαι νόμιμος, δεν σ’ αφήνουν”. Και λες “όχι, την άλλη φορά, δεν θα ψάξω κι άμα με γράψουν με γράψανε”. Άσε που πληρώνω όλες τις κλήσεις μου. Δεν έχω πάρει πολλές, ίσως 4-5 φορές στη ζωή μου για πάρκινγκ. Τις έχω πληρώσει δεύτερη με τρίτη μέρα το πολύ. Σήμερα αισθάνθηκα κορόιδο. Γιατί ψάχνω να είμαι νομοταγής και το ίδιο το κράτος με κάνει παράνομο. Αυτό με κάνει να θέλω να φύγω από τη χώρα, όχι η δουλειά μου. Το ότι είμαι εντάξει εγώ στις πληρωμές μου και το κράτος δεν είναι εντάξει απέναντί μου. Κοιτάζει μονίμως να βρει έναν τρόπο να μου τα πάρει. Λες και είναι συνέταιρός μου, λες και τα δουλεύουμε μαζί. Να δώσω, ρε φίλε, αλλά δώσε μου κι εσύ».

Και ο δικαιολογημένος θυμός της δίνει αφορμή να… “καρφώσει” κι αυτούς που βρίσκονται σήμερα στην εξουσία, για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν επικοινωνιακά την επαφή τους με τον λαό, πριν και μετά την άνοδό τους, αποδίδοντας, ωστόσο, ξεκάθαρα μερίδιο ευθύνης και στους ίδιους τους πολίτες: «Οι πολίτες φταίνε πολύ, πάρα πολύ. Όμως, να σου πω κάτι. Με αυτούς που μας κυβερνάνε και οι πολίτες τέτοιοι θα ‘ναι. Όταν ο ίδιος σου λέει “μην πληρώνεις, θα τα καταργήσω όλα” και ο κόσμος δεν πλήρωνε. Και, τελικά, την πληρώνουμε εμείς που δεν μπορούμε να διανοηθούμε ότι δεν θα είμαστε εντάξει στις υποχρεώσεις μας».

«Έχουμε, δηλαδή, τους πολιτικούς που μας αξίζουν;», τη ρωτάω. «Βεβαίως. Όμως, υπάρχουν στιγμές που νιώθω ότι ο Έλληνας ξεγελάστηκε. Είχε ανάγκη να πιστέψει σε κάτι. Το πιστεύω αυτό, ακράδαντα, όπως όλοι είχαμε την ανάγκη να πιστέψουμε σε κάτι. Ξέρεις, είναι σαν τους έρωτες. Κάποια στιγμή, γνωρίζεις κάποιον, ερωτεύεσαι, αλλά, μετά σε προδίδει. Έρωτας είναι. Και η Πολιτική Έρωτας είναι. Ο λαός αποκτά μια μορφή “ερωτικής σχέσης” με τον πολιτικό. Δύσκολα τον πιστεύεις μετά, αλλά λες “εντάξει, να του ξαναδώσω μια ευκαιρία”».

Και κάπως έτσι, με αυτό τον παραλληλισμό της αγάπης και της εμπιστοσύνης του πολίτη προς τον πολιτικό και την προδοσία αυτής της εμπιστοσύνης, η κουβέντα αλλάζει και πάει στον Έρωτα. Κι εκεί η ωραία της τηλεόρασης, του σινεμά και του θεάτρου με ξαφνιάζει, όταν τη ρωτάω, εντελώς αυθόρμητα, αν στις σχέσεις αυτές φταίει περισσότερο ο προδότης ή ο προδομένος. Κι αυτό ίσως γιατί ποτέ δεν περιμένεις από μια γυναίκα σαν την Παναγιώτα Βλαντή να σου μιλήσει τόσο εμπεριστατωμένα για τον έρωτα και την προδοσία, απόδειξη ότι αγάπησε, προδόθηκε, πόνεσε και προχώρησε, αρκετές φορές στη ζωή της (ή ελάχιστες και καθοριστικές): «Είναι μια περίεργη σχέση. Γιατί είναι σαν αυτόν που κακοποιεί τη γυναίκα του και αυτή που κακοποιείται. Σαφώς, για μένα, φταίει αυτός που κακοποιεί. Αλλά και η άλλη με την ανοχή της, με την έλλειψη αυτοεκτίμησης, έχει συμβάλλει στον να τον κάνει κακοποιό».

Της ζητώ να σχολιάσει γυναίκες και άντρες που έχει δει να ανέχονται τα πάντα, αδιαμαρτύρητα και κατά πόσο προκαλούν οι ίδιοι με τη στάση τους τη θυματοποίησή τους. «Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταυρώσουμε το θύμα. Σαφώς έχει ένα μερίδιο ευθύνης το θύμα, αλλά μην το σταυρώσουμε κιόλας. Να σταυρώσουμε τον άλλον, καλύτερα».

Η Παναγιώτα Βλαντή έχει απολύτως ξεκαθαρίσει μέσα της ότι η εντιμότητα είναι ένα από τα πιο βασικά στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζει τους ανθρώπους σε μια σχέση και αυτή την εντιμότητα την περιγράφει ως “καθαρότητα”, να είναι κανείς “καθαρός απέναντι στον άλλον”. Μια σχέση, ωστόσο, περνά από διάφορες φάσεις και ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πως θα εξελιχθούν τα αισθήματά σου, όταν τα πράγματα ωριμάσουν και αρχίσεις να τα βλέπεις πιο ξεκάθαρα, χωρίς την ένταση και το πάθος, που σαρώνει τα πάντα, τον πρώτο καιρό. Όταν η σχέση περάσει από τη φάση της ερωτικής θύελλας στη φάση της νηνεμίας, ένα βήμα πριν την κανονικότητα και την καθημερινή ρουτίνα. «Εννοείται ότι μια σχέση περνάει από διάφορες φάσεις. Και θα φτάσεις σε μια φάση, πολλές φορές, ακόμη κι αν δεν το θέλεις, να μην μπορείς να αισθανθείς αυτά που θα ήθελες και, έτσι, να έχει κλείσει ένας κύκλος. Κλείνουν οι κύκλοι. Καλό είναι να μπορείς να τους ξανανοίξεις. Κι αν δεν τους ανοίξεις, καλό είναι να είσαι έντιμος με τον άλλον» λέει, με μια αδιόρατη απογοήτευση στον τόνο της φωνής της, σπεύδοντας να δηλώσει εχθρός της απιστίας σε μια σχέση: «Μέχρι τώρα, δεν το έχω κάνει, δεν έχω απιστήσει. Δεν θα μπορούσα να κοροϊδέψω κάποιον. Θα ήθελα να του πω “ξέρεις, δεν μπορώ, δεν μου βγαίνει”. Αν και είμαι από τους ανθρώπους που δύσκολα το λέει αυτό. Παλεύω πάρα πολύ να δω τα πράγματα ξανά λαμπερά και ωραία. Πρέπει, όμως, να το θέλει κι ο άλλος. Εγώ πολλές φορές, μπερδεύομαι. Τα τραβάω τα πράγματα από τα μαλλιά. Παλιότερα, δηλαδή, το έκανα. Νιώθω ότι δεν μπορώ να τελειώσω κάτι, αν δεν το δω απ’ όλες του τις απόψεις, απ’ όλες τις πλευρές. Αν, όμως, σιγουρευτώ ότι έχει τελειώσει, ναι, θέλω να το πω στον άλλον».

Κι αυτά τα τελευταία της λόγια φανερώνουν, σίγουρα, μια ποιότητα χαρακτήρα, μια ιδιοσυγκρασία που έχει να κάνει, ξεκάθαρα, με την πολύ καλή της ανατροφή. Η ίδια περιγράφει τη στάση ζωής που έχει κρατήσει μέχρι σήμερα στη ζωή της και στη δουλειά της, με βασικό άξονα το ΗΘΟΣ, το ήθος που διδάχθηκε από την οικογένειά της, το ήθος που έμαθε και στη σχολή από τον δάσκαλό της: Θυμάται τον εαυτό της ως ένα κλειστό και ντροπαλό παιδί: «Επιλέγοντας αυτό τον επαγγελματικό δρόμο και φτάνοντας ως εδώ, δεν είχα να αποδείξω κάτι στους άλλους, στον εαυτό μου είχα πιο πολύ να αποδείξω. Κι αυτό γιατί ήμουν πάρα πολύ κλειστό παιδί και ντροπαλό και πρέπει να σου πω ότι ξεπέρασα τις προσδοκίες μου σε κάποια θέματα. Ακόμα, όμως, αποδεικνύω. Είναι κάτι που δεν σταματάει ποτέ. Σαφώς έχω πετύχει πράγματα. Έχω κάνει και πολύ λάθος επιλογές και είχα και κακές στιγμές στη δουλειά, όπως όλοι, αλλά η πρόθεσή μου δεν ήταν να γίνει αυτό. Πάντα οι προθέσεις μου ήταν καλές και αγνές. Υπήρξα και τυχερή, εκτός από την πολλή δουλειά, να το πω κι αυτό. Και κάτι που με έσωσε στη δουλειά ήταν η οικογένειά μου, οι βάσεις που είχα από το σπίτι και, κυρίως, οι βάσεις που πήρα από τη σχολή μου. Το πρώτο πράγμα που μας είχε διδάξει ο δάσκαλός μου ο Γιώργος Θεοδοσιάδης ήταν το ήθος. Και στην πορεία κατάλαβα ότι το ήθος είναι αυτό που σε χαρακτηρίζει στη δουλειά σου και τελικά είναι ένα από τα στοιχεία που και σε καθιερώνει και σε κάνει να έχεις και μια διάρκεια. Την επιλογή αυτή την είχα και από το σπίτι μου, αλλά τη συνάντησα και στη σχολή. Θα μπορούσα να πάω σε μια σχολή που καλλιεργεί πολύ την έπαρση, να καλλιεργεί άλλα πράγματα και να με βγάλει λίγο από τον δρόμο μου. Οπότε, αν θέλεις, οι προσλαμβάνουσες, οι βάσεις που είχα πάρει από εκεί ήταν πολύ σωστές».

Η Παναγιώτα Βλαντή επιστρέφει, φέτος, στην τηλεόραση σε ένα σίριαλ του Alpha, το οποίο η ίδια χαρακτηρίζει ως την “επιστροφή της μυθοπολασίας στη Μικρή Οθόνη”. Παίζει τον ρόλο μιας όμορφης, δραστήριας και επιτυχημένης γυναίκας και μητέρας ενός 24χρονου γιου που σπουδάζει στο Λονδίνο, η οποία, αφού εγκατέλειψε το χωριό της στα 17, σπούδασε οικονομικά και εργάστηκε ως πετυχημένο στέλεχος μεγάλης εταιρίας στην Αθήνα, αποφάσισε, μετά από χρόνια, ότι η ζωή στο χωριό της ταιριάζει καλύτερα. Με τις λίγες οικονομίες της έχει μετατρέψει το πατρικό της σπίτι σε πανσιόν, αγαπάει την παραμελημένη Ραχούλα, τους συγχωριανούς της, τη φύση, και έχει καταφέρει να κερδίσει το σεβασμό και την εκτίμηση των συγχωριανών της. Τώρα, το πως αυτή η πάντα χαμογελαστή και καλοδιάθετη γυναίκα μπλέκεται με το ποδόσφαιρο και τις περιπέτειες του Αστέρα Ραχούλας, το βλέπουμε κάθε εβδομάδα στην τηλεόραση του Alpha.

Η ίδια δείχνει πολύ χαρούμενη που συμμετέχει σε αυτή τη σειρά και χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ενθαρρυντικό το γεγονός ότι το κανάλι, φέτος κάτω από αυτές τις τόσο δύσκολες οικονομικές συνθήκες, αποφάσισε και πάλι να επενδύσει στην Ελληνική παραγωγή, με τρεις καλογυρισμένες και επιτυχημένες σειρές.

Μαζί της, στον “Αστέρα Ραχούλας” και ο Δάνης Κατρανίδης, η καλλιτεχνική σχέση με τον οποίο την έχει σημαδέψει, τα τελευταία χρόνια, κυρίως στο θέατρο. Η τελευταία τους θεατρική συνεργασία, τρίτη κατά σειρά, ήταν στο έργο “Το κενό αυτοπροσώπως” του Άκη Δήμου, πέρυσι τον χειμώνα. «Είναι ένα υπέροχος συνεργάτης, δάσκαλος, είναι τιμή μου που παίζω δίπλα του» σημειώνει με έμφαση μιλώντας για τον άνθρωπο ο οποίος, όπως λέει, πίστεψε στις δυνατότητές της σε κωμικούς ρόλους και στο θέατρο.

Φέτος, στον δρόμο της βρίσκεται ένα ανατρεπτικό έργο του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Τενεσί Γουίλιαμς, “Το βασίλειο της γης” (Kingdom of Earth), που παίζεται ήδη από τα μέσα Νοεμβρίου, στο θέατρο OLVIO, σε σκηνοθεσία Ιόλης Ανδρεάδη. Μαζί της ο Ορέστης Τζιόβας και ο Ανδροκλής Δεληολάνης. Είναι, όπως ομολογεί και η ίδια, ένας συναρπαστικός ρόλος, μια μοιραία γυναίκα που αποτελεί μήλον της έριδος ανάμεσα σε δύο αδέρφια και θα την κερδίσει όποιος ξέρει να επιβιώνει. Είναι μια ιστορία σαρκική και κωμική για δυο αδέρφια, που ενσαρκώνουν τη μισισίπια εκδοχή πάνω στον Κάιν και τον Άβελ.

Μιλάμε για το σήμερα, την οικονομική κρίση και την επίπτωση που έχει αυτή στη δουλειά της και περιμένω να μου πει πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα προς το χειρότερο. Μου εξηγεί ότι αυτή η δουλειά ήταν πάντα ταυτισμένη με μια ανασφάλεια, μια αβεβαιότητα, που είχε να κάνει με τις αδιαμφισβήτητες ιδιαιτερότητές της: «Στη δική μας τη δουλειά για έναν νέο που ξεκινούσε υπήρχε πάντα πρόβλημα. Πάντα η δουλειά μας έχει μια ανασφάλεια, έτσι κι αλλιώς, με τις σεζόν. Σαφώς, αυτό που ζούμε είναι πολύ διαφορετικό. Ήταν διαφορετικές και τότε οι εποχές. Όχι καλύτερες απαραίτητα. Και τότε που ξεκινούσα τα έβλεπα βουνό. Ένας ηθοποιός πάντα το έχει αυτό στο μυαλό του. Ότι μπορεί και να βρεθεί σε αδιέξοδο».

Και εδώ στέκεται για λίγο και μιλά με ειλικρίνεια, αλλά και λίγο φόβο για τις μέρες που έρχονται: «Μπορεί και να αποτύχω. Και έχει συμβεί αυτό στη δουλειά μου. Έχει συμβεί αρκετές φορές να είμαι σε αδιέξοδο, να μην ξέρω πως, τι. Τώρα ακόμη περισσότερο. Είναι μια πολύ δύσκολη στιγμή για μένα. Και το αδιέξοδο δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά και καλλιτεχνικό». Χρησιμοποιεί μία έκφραση από τους διαλόγους του έργου του Άκη Δήμου, στο οποίο πρωταγωνίστησε, πέρυσι, στο Θέατρο: “Οι καλούληδες”. «Είναι τώρα η εποχή τους. Πολλοί καλούληδες. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και καλοί, αλλά οι καλούληδες κυριαρχούν.

Χρησιμοποιεί τη λέξη “καλούληδες” από τους διαλόγους του Άκη Δήμου και με βάζει, αυτομάτως, στον πειρασμό να τη ρωτήσω πως εκείνη ξεχωρίζει στο μυαλό της τον “καλό” από τον “καλούλη” κι εκείνη βάζει στο παιχνίδι την έννοια του “μέτριου”: «Για τον μέτριο μιλάω. Και κρίνοντας από την τηλεόραση. Στο θέατρο γίνονται σαφώς καλύτερα πράγματα, αλλά, κρίνοντας από την τηλεόραση, βλέπω ότι υπάρχει πολύ μέτριο. Πάντα υπήρχε το μέτριο στη δουλειά μας, σε όλες τις δουλειές, αλλά υπήρχε και ο αντίποδας. Τώρα ο αντίποδας είναι λιγότερος. Υπάρχει πολύ κιτρινίλα. Πάντα υπήρχε το κίτρινο, απλώς είχες επιλογές. Τώρα υπάρχει μόνο αυτή».

Αντιμετωπίζοντας τους μέτριους, σε αυτά τα 23 χρόνια καριέρας μέχρι σήμερα, η Παναγιώτα έχει μάθει να ελίσσεται, προσπαθώντας, ωστόσο, όπως ξεκάθαρα λέει και η ίδια, να κάνει τις λιγότερες δυνατές εκπτώσεις στις επιλογές της: «Στέκομαι απέναντι στα εμπόδια, με αυτό το όνομα, το οποίο δημιούργησα σε 23 χρόνια δουλειάς, και προσπαθώντας να κάνω τις λιγότερες εκπτώσεις που θα μπορούσα να κάνω, και όσο μου επιτρέπεται αυτή την εποχή. Όλοι προσπαθούμε να επιβιώσουμε με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Δόξα τω Θεώ, μέχρι τώρα πάει καλά. Δεν έχω θέμα. Σαφώς οι προτάσεις είναι λιγότερες. Προτάσεις υπάρχουν, είναι λιγότερες όμως και δεν είναι πάντα αυτές που είχαμε πιο παλιά. Είναι λογικό, όμως, να υπάρχει μια έκπτωση, γενικότερα, σε όλες τις δουλειές. Γιατί να αποτελέσει ο δικός μου ο κλάδος εξαίρεση;».

Ακόμη κι έτσι, όμως, η Παναγιώτα Βλαντή δεν θα ήθελε ποτέ να εγκαταλείψει τη δουλειά αυτή. Δεν θέλει να “χαρίσει” τίποτε
απ’ αυτά που πέτυχε. Θέλει να μείνει και να παλέψει: «Δεν έχει περάσει από το μυαλό μου ούτε μία στο εκατομμύριο. Το μόνο που έχει περάσει από το μυαλό μου είναι τι θα γίνει αν δεν συνεχίσει αυτή η δουλειά καλά. Αν δεν υπάρχουν, πλέον, οι συνθήκες για να συνεχίσουμε. Αυτό μόνο έχω σκεφτεί. Τι θα κάνουμε σε αυτή την περίπτωση. Να την εγκαταλείψω, όμως, όχι. Είναι μια δουλειά που ήταν επιλογή μου, αγωνίστηκα γι αυτή την επιλογή, ήρθα σε αντιπαράθεση με την οικογένειά μου. Ήταν ένας αγώνας που έχω κάνει εγώ όπως και οι περισσότεροι ηθοποιοί, οπότε δεν τίθεται θέμα να εγκαταλείψω τη δουλειά».

Το πρώτο πράγμα που μας είχε διδάξει ο δάσκαλός μου ο Γιώργος Θεοδοσιάδης ήταν το ήθος. Και στην πορεία κατάλαβα ότι το ήθος είναι αυτό που σε χαρακτηρίζει στη δουλειά σου και τελικά είναι ένα από τα στοιχεία που και σε καθιερώνει και σε κάνει να έχεις και μια διάρκεια

Αλήθεια, πόσο πιστεύει η Παναγιώτα Βλαντή ότι η εξωτερική της εμφάνιση καθόρισε και την πορεία της, τις επιτυχίες της στον καλλιτεχνικό χώρο; Είναι κάτι που η ίδια δεν αρνείται και δεν φοβάται να ομολογήσει. Χωρίς αυτή την εμφάνιση, τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί διαφορετικά: «Η εμφάνιση με βοήθησε πολύ. Θεωρώ ότι ήταν το διαβατήριό μου. Μετά, ήταν αυτά τα στοιχεία που σου είπα. Ότι η πολλή δουλειά και η επιμονή να αποδείξω με έκανε να μην στέκονται μόνο στην εμφάνιση. Η ομορφιά, έτσι και αλλιώς, δημιουργεί μια καχυποψία, είτε είναι στη δουλειά, είτε είναι σε προσωπικό επίπεδο. Κάποιος θα είναι πάντα καχύποπτος απέναντί σου. Η ομορφιά το δημιουργεί αυτό, έτσι κι αλλιώς. Πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τη δουλειά του ηθοποιού απέναντι στον οποίο κάποιοι είναι πάντοτε καχύποπτοι».

Όσο για το αν η εμφάνιση αυτή θα μπορούσε να τη βγάλει από την επιλογή του “ Ήθους” που είχε κάνει από την αρχή; «Όχι δεν με έβγαλε. Αν για κάτι είμαι περήφανη είναι ότι αυτό, αντίθετα, με έκανε πιο μαχητική και πιο επίμονη στον στόχο μου να πετύχω αυτό. Είναι δώρο η ομορφιά, αλλά είναι δώρο και το μυαλό και η δουλειά».

Παρόλα αυτά, για την Παναγιώτα Βλαντή, υπάρχει και ο χώρος της καλλιτεχνικής δημοσιογραφίας, με τις δικές του εμμονές, που επέλεξε, κάποια στιγμή, να την αναδείξει ως μια γυναίκα sex symbol. Της το λέω και χαμογελάει, αλλά δεν διστάζει ούτε στιγμή να απαντήσει ότι όλο αυτό το βλέπει θετικά: «Μ’ αρέσει αυτό. Αλλά με έχουν παρουσιάσει και ως τη γυναίκα της διπλανής πόρτας. Και μετά ήρθαν τα “Μαύρα Μεσάνυχτα”, που με παρουσίαζαν σαν sex symbol, και ήταν πάρα πολύ ωραίο. Δεν νιώθω, όμως, ότι στάθηκαν εκεί. Δεν το νιώθω από τις επιλογές και τις προτάσεις που έχω στη δουλειά. Το ότι θεωρούμαι από κάποιους, όχι απ’ όλους, από κάποιους, κι αυτό το ξαναλέω, sex symbol, λόγω της δουλειάς που είχα κάνει τότε, είναι δώρο. Είναι πολύ ωραίο. Τι ποιο ωραίο να θεωρούμαι σέξι. Άσχετα από το πώς νιώθω εγώ, γιατί αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι εκείνη τη δεδομένη στιγμή με θεωρούσαν σέξι. Πριν με είχαν θεωρήσει το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Το ότι μου προσδίδουν πολλές ταμπέλες, ή δύο έστω, για μένα είναι κέρδος. Σημαίνει ότι βλέπουν σε μένα κάποια πρόσωπα».

Και μπορεί να σου είναι δύσκολο να φανταστείς ότι υπήρξε, κάποια, στιγμή, που δεν αντιλαμβανόταν ότι είχε μια εμφάνιση που θα της πρόσφερε ακόμη περισσότερες ευκαιρίες σ’ αυτό τον τόσο δύσκολο και απαιτητικό χώρο, αλλά, έτσι κι αλλιώς, δεν θεώρησε ποτέ ότι αυτό που αναφέρει ως διαβατήριο για την επιτυχία, τα πρώτα χρόνια, θα υπάρχει πάντα εκεί για να της ανοίγει πόρτες: «Δεν είχα την επίγνωση της εμφάνισης, αυτό στο λέω εκ των υστέρων. Όταν ξεκινάς πιτσιρίκα και αγωνίζεσαι να επιβληθείς σε έναν χώρο, να κερδίσεις δουλειές, με την οικογένεια από πίσω να μην θέλει, δεν είχα την πολυτέλεια να σκεφτώ “αχ είμαι ωραία, θα με πάρουν γιατί είμαι ωραία” ή “αχ, δεν είμαι ωραία”. Προχωρούσαν και τα πράγματα έρχονταν απ’ την πολλή δουλειά και από την τύχη, στο ξαναλέω. Από εκεί και πέρα δεν στάθηκα στο “ναι, είμαι ωραία, με παίρνουν”. Το πήρα ως ευλογία γι αυτό που μου συνέβη. Γιατί, κακά τα ψέματα, η ομορφιά φεύγει, κάποια, στιγμή. Σκεφτόμουν πάντα: “υπάρχουν νεότερες και καλύτερες και ομορφότερες, εσύ τι θα κάνεις μετά;”».

Τί θα συμβεί, λοιπόν, στην Παναγιώτα Βλαντή, όταν ο χρόνος θα αρχίσει να αφήνει πάνω της τα σημάδια του και πόσο μεγάλος πειρασμός είναι οι, αμφιβόλου αποτελέσματος για πολλούς, αισθητικές επεμβάσεις; «Δεν πιστεύω ότι σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν. Δεν τα σκοτώνουν. Κι εγώ θα γεράσω. Δεν θα ήθελα να μπω στο περιθώριο. Θα ήθελα να κάνω το κάτι άλλο. Σαφώς δεν θα παίζω την πιτσιρίκα. Θέλω να περάσω τα στάδιά μου ομαλά. Αυτό θα ήθελα να πετύχω στη δουλειά μου. Έχω δει ακρότητες, σε ό,τι έχει να κάνει με αισθητικές επεμβάσεις, όχι μόνο σε γυναίκες που μεγαλώνουν, αλλά και σε νεότερες. Πολλές νέες έχουν εμμονή με τα πρόσωπά τους. Πόσες κοπέλες έχουν κάνει πλαστική στήθους; Πάρα πολλές. Άλλωστε, δεν χρειάζεται να μεγαλώσεις για να κάνεις πλαστική στήθους. Θα ήθελα να καλογεράσω, χωρίς υπερβολές και επεμβάσεις. Αυτό, όμως, δεν θα αλλάξει την γκάμα μου και την ηλικία μου, δεν θα αλλάξει τους ρόλους που θα κάνω. Πες ότι εγώ στα 60 μου κάνω λίφτινγκ, δεν θα μπορώ μα κάνω τη νέα. Θα κάνω τη μαμά που είναι καλοστεκούμενη. Δεν μπορώ να κάνω την γκόμενα, όσα λίφτινγκ και να κάνω στα 60 μου. Θα κάνω το λίφτινγκ, (αν το κάνω γιατί φοβάμαι), όμως, ελπίζω μέχρι τότε να έχει βρεθεί κάτι άλλο. Θα θέλω, πάντως, να είμαι μια ωραία εξηντάρα».

Γνωρίζει πολύ καλά ότι από νωρίς πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να καλογεράσει, όπως λέει χαρακτηριστικά.
Δηλώνει, ωστόσο, απερίφραστα, ότι προσπαθεί και κάνει κάποια πράγματα για τη φυσική της κατάσταση, χωρίς να είναι πάντοτε συνεπής και επίμονη: «Το μόνο που μπορώ να πω ότι παλεύω είναι η διατροφή μου και η γυμναστική, αλλά όχι με ιδιαίτερη ζέση. Και το παλεύω γιατί έχω μια τάση να παίρνω εύκολα κιλά. Δεν είμαι απ’ αυτές που έχουν καλό μεταβολισμό, σαν κάποιες που τρώνε τα πάντα. Όχι, προσέχω. Προσέχω πάρα πολύ και, κάποιες φορές, σε κάποιες περιόδους της ζωής μου, δεν προσέχω και καθόλου, πρέπει να σου πω». Η ίδια αγαπάει πάρα πολύ τη σοκολάτα και δεν μπορεί να διανοηθεί ότι θα τη στερηθεί: «Αυτό που μου αρέσει πάρα πολύ είναι η γυμναστική, που κατά καιρούς την αφήνω, ένα δύο μήνες, με διαλείμματα, κυρίως λόγω δουλειάς».

Η Παναγιώτα Βλαντή επιστρέφει, φέτος, στην τηλεόραση σε ένα σίριαλ του Alpha, το οποίο η ίδια χαρακτηρίζει ως την “επιστροφή της μυθοπολασίας στη Μικρή Οθόνη”

Υπάρχουν, όμως, πράγματα που την τρομάζουν στις αισθητικές επεμβάσεις, όπως το μπότοξ, που φοβάται ότι θα αλλοιώσει την εκφραστικότητα του προσώπου της: «Αισθητικά, στο πρόσωπο, έχω μπει στη διαδικασία να σκέφτομαι διάφορα. Δεν θα ‘κανα, όμως, μπότοξ. Με τρομάζει. Το μπότοξ με τρομάζει πάρα πολύ γιατί νιώθω ότι θα χάσω την έκφρασή μου. Τώρα, προσπαθούν να με πείσουν ότι υπάρχει μπότοξ για ηθοποιούς. Δεν ξέρω, αργότερα μπορεί να κάνω, αυτή τη στιγμή, με τρομάζει η ιδέα του μπότοξ. Δεν μπορώ, για παράδειγμα, να δεχτώ τη Νικόλ Κίντμαν που είναι άσπαστη. Ενώ είναι μια πάρα πολύ καλή ηθοποιός, χάνει, για μένα, απ’ το πολύ άσπαστο που έχει. Αυτό με ενοχλεί. Θα ‘θελα κι εγώ να κάνω κάτι για να ‘χω μια λάμψη κι ένα σφριγηλό δέρμα, ανάλογα την ηλικία μου, αλλά όχι να είμαι άσπαστη. Μου χουν πει, δηλαδή, να κάνω κάτι, αλλά τους λέω “να κάνω μια μεσοθεραπεία κλπ, αλλά μπότοξ, να μην κινείται τίποτα, δεν θέλω. Θέλω να έχω έκφραση”». Δεν θέλει να μιλάμε άλλο για αισθητικές επεμβάσεις. Περισσότερο, την ενδιαφέρει να σκέφτεται για το μέλλον, τους στόχους, τα όνειρα και τις δυσκολίες που έρχονται, σε αυτή την τόσο δύσκολη στιγμή για όλους. Γι αυτό χαμογελά με νόημα όταν τη ρωτάω αν έχει μετανιώσει για κάτι που έκανε και τί πέτυχε από αυτά που είχε θέσει ως στόχους, ξεκινώντας την καριέρα της: «Ακόμη και γι αυτά που μετάνιωσα, μετάνιωσα, που δεν μου βγήκανε. Τώρα, αυτή τη στιγμή, σου λέω ότι καλώς τα ́κανα. Τότε, ήμουν θυμωμένη. Τώρα, σου λέω, καλώς τα ‘κανα, για τις εμπειρίες που μου πρόσφεραν. Γιατί, έτσι μπόρεσα να αντιμετωπίσω το παρακάτω που το ‘βλεπα. Έλεγα: “αυτό το ‘χω ξαναζήσει, άρα, κόβεται”.

Ξεπέρασα τις προσδοκίες μου, σου το είπα. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα το καταφέρω, γιατί ήμουν πάρα πολύ κλειστή και πάρα πολύ ντροπαλή. Ίσως ήταν αυτός και ένας από τους λόγους που επέλεξα να κάνω αυτή τη δουλειά. Τι να σου πω, νιώθω ευλογημένη από τη δουλειά μου. Θα ήθελα, στο σημείο που βρίσκομαι αυτή τη στιγμή, να σου πω ότι αυτό που θα ήθελα για το μέλλον είναι να συνεχίσω να ζω από αυτή τη δουλειά. Και να κάνω όσες λιγότερες εκπτώσεις μου επιτρέπεται να κάνω. Εκπτώσεις κάνουμε. Έτσι κι αλλιώς, παντού, και στο καλλιτεχνικό και στο οικονομικό. Όπως όλος ο κόσμος. Θα ήθελα, όμως, να κάνω, κυρίως στο καλλιτεχνικό κομμάτι, λιγότερες εκπτώσεις».

Για την Παναγιώτα Βλαντή, πάντως, αυτό που καταξιώνει τον ηθοποιό είναι η διάρκεια. Γι αυτό και της ακούγεται παράξενο όταν της κάνω λόγο για την Επίδαυρο, που για τους περισσότερους συναδέλφους της είναι ένα μέσο καταξίωσης: «Όχι, δεν έχω αυτό στο μυαλό μου. Αν παίξω Επίδαυρο, πολύ ευχαρίστως να παίξω. Αν τα καταφέρω, θέλει πολλή δουλειά, θέλει προετοιμασία. Έχουν παίξει πολλοί στην Επίδαυρο, ανάμεσά τους και κάποιοι που δεν το περίμενες. Και ήταν και καλοί. Εγώ είμαι υπέρ αυτού, έτσι κι αλλιώς. Θεωρώ ότι ο καθένας μπορεί να δοκιμάσει οτιδήποτε. Αρκεί να έχει πρόθεση σωστή και καλή. Μην πάει για να το κάνει. Για να πουλήσει μούρη ότι εγώ έπαιξα Επίδαυρο. Να το κάνει και να είναι προετοιμασμένος, καταρτισμένος. Δεν μ’ αρέσουν τα μέτρια. Από εκεί και πέρα, κι ένα μοντέλο να μου πει ότι θα παίξει Επίδαυρο και να είναι καλή, θα το δεχτώ».

Έχει, όμως, τη σιγουριά (ή τον ρομαντισμό) ότι αυτός που πραγματικά αξίζει, τελικά, θα έχει διάρκεια και θα καταξιωθεί μέσα από τη δουλειά του, γι αυτό δεν αγανακτεί με κανέναν που έφτασε στην επιτυχία χωρίς να κοπιάσει, όπως κόπιασε εκείνη: «Όχι, δεν αγανακτώ με κανέναν, γιατί για όλους υπάρχει κάτι. Απλώς, κάποιοι έχουν περισσότερη τύχη. Δεν τους απορρίπτω εγώ έτσι. Κάτι είχαν. Γκελ στον κόσμο, ίσως. Κι αυτό είναι σωστό. Ακόμη, όμως, κι αν κάποιος σου φτιάξει τη δημόσια εικόνα, με τεχνητό τρόπο, αυτό θα κρατήσει για λίγο, αν δεν έχεις τις υποδομές. Δεν απειλούμαι από κάτι τέτοιο, θέλω να σου πω.

Σαφώς μπορώ να εκνευρίζομαι κάποιες φορές που βλέπω τους μέτριους και λέω “γιατί γίνεται αυτό”, στην τηλεόραση για παράδειγμα, αλλά λέω εντάξει, θα περάσει. Είναι η εποχή, μάλλον». Το θέατρο είναι, αναμφίβολα, ένα είδος που καταξιώνει τον ηθοποιό, τον βάζει σε μια κατάσταση περισσότερο δύσκολη από κάθε άλλη, καθώς είναι, εκείνη την ώρα, εκτεθειμένος μπροστά στο κοινό του, χωρίς περιθώριο να διορθώσει κάτι που δεν πήγε καλά. Κα;ι από κάτω βρίσκεται η πλατεία, που όταν είναι γεμάτη τον γεμίσει χαρά, αλλά και ευθύνη, όταν είναι άδεια, απογοήτευση. Κι ακόμη πιο δύσκολη η στιγμή που, κυρίως στην κωμωδία, ο θεατής δεν θα γελάσει, δεν θα ανταποκριθεί στην πρόθεση του έργου να τον διασκεδάσει. «Δεν φταίει ο θεατής. Άμα δεν γελάσει ο κόσμος, τι γίνεται, να τον δείρουμε; Κάτι δεν πάει καλά. Ή δεν είναι σωστό το κείμενο ή το χιούμορ της παράστασης δεν σε έχει αγγίξει. Δεν φταις αν δεν γελάσεις. Ούτε εγώ γελάω εύκολα. Όλα είναι δύσκολα στο θέατρο, και να σε κάνει ο άλλος να γελάσεις, αλλά και να σε συγκινήσει είναι δύσκολο. Πάρα πολύ δύσκολο.

«Δεν θεωρείς ότι η κωμωδία είναι πιο δύσκολο είδος;», τη ρωτάω. «Πάρα πολύ δύσκολο» απαντά. «Ξέρεις κάτι; Εγώ θεωρώ την κωμωδία πάρα πολύ δύσκολο είδος και θα ήθελα πολύ να γίνω καλή κωμικός. Θα ήθελα να είμαι και καλή κωμικός. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι και καλή δραματική ηθοποιός. Κι εκεί το παλεύω. Εγώ δυσκολεύομαι, έτσι κι αλλιώς, με ό,τι κι αν καταπιαστώ, δουλεύω πάρα πολύ σκληρά. Θεωρώ ότι η κωμωδία έχει το κάτι παραπάνω δύσκολο». Όσο για την αναγκαιότητα να τσαλακώσει την εικόνα της ως sex symbol για να πετύχει ως κωμική ηθοποιός, θεωρεί ότι έχει προσπαθήσει πολύ για να το πετύχει: «Δεν θεωρώ ότι είμαι άσπαστη. Τουλάχιστον, δεν είχα πρόθεση να είμαι. Κι έχω τσαλακώσει αυτή την εικόνα. Το ‘χω κάνει και στην τηλεόραση και στο θέατρο. Δεν μπορεί να με κατηγορήσει κανένας γι αυτό. Ότι δεν ήμουνα καλή μπορεί να μου πει “δεν ήσουνα καλή”, αυτό θα το δεχτώ, αλλά να μου πει ότι δεν τσαλακώθηκα, ότι δεν προσπάθησα να τσαλακωθώ, δεν το δέχομαι, γιατί το ‘κανα. Μπορεί να μην είχε επιτυχία, όμως εγώ το πάλεψα, η πρόθεσή μου ήταν να τσαλακωθώ. Μπορεί να μη μου βγήκε. Ξέρεις, δεν βγαίνει πάντα».

Η Παναγιώτα Βλαντή αναγνωρίζει τη σπουδαιότητα κάποιων ανθρώπων στη ζωή της και στην καριέρα της. Ξέρει πολύ καλά ποιοι τη βοήθησαν να πετύχει και κατανοεί πόσο σημαντικό είναι να στηρίζεται σε καταξιωμένους ανθρώπους του χώρου για να προχωρά μπροστά: «Δεν αισθάνομαι ότι έχω κατορθώσει πολλά πράγματα. Έχω δώσει κάποια πράγματα που ήθελα, έχω να κατορθώσω κι άλλα μπροστά μου. Αυτό, όμως, θα βγει μόνο μέσα από καλή συνεργασία με κάποιους. Μόνη μου δεν θα καταφέρω ποτέ τίποτα. Δεν πιστεύω, εγώ, στο one woman show. Μ’ αρέσει να περιστοιχίζομαι από ταλαντούχους ανθρώπους. Δεν μπορώ εγώ να κάνω μόνη μου κάτι. Θέλω να ‘χω το δεκανίκι δίπλα. Να ‘χω τον άνθρωπο, τον συνεργάτη, τον συνάδελφο που θα με στηρίξει σ’ αυτό, που θα με πιστέψει και θα μου βγάλει τον καλύτερό μου εαυτό. Κι αυτό το ‘χουν πετύχει αρκετοί. Ο Ρήγος με τον οποίο συνεργάστηκα πέρυσι, ο Πάνος Κοκκινόπουλος που έχω συνεργαστεί στο παρελθόν. Με πολλούς σκηνοθέτες έχω νιώσει καλά, αλλά και με κάποιους έχω νιώσει και άσχημα».

Όταν αρχίζει να μιλά για τους συναδέλφους της που αποδείχτηκαν και μεγάλοι της δάσκαλοι στέκεται σε συνεργασίες που την έχουν σημαδέψει, ανάμεσά τους και με τον Μηνά Χατζησάββα, που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας: «Είναι ο Γιάννης Φέρτης, ο Δάνης Κατρανίδης, τώρα, ο Μηνάς Χατζησάββας, η Δέσποινα Μπεμπεδάλη, ναι νιώθω ότι αυτοί οι άνθρωποι μου έδωσαν πολλά, φοβάμαι μην έχω ξεχάσει κανέναν».

Η Παναγιώτα Βλαντή αγαπά τη δουλειά της κι αγαπά όλα τα είδη, τηλεόραση, κινηματογράφο, θέατρο. Ομολογεί ότι θα ήθελε να έχει κάνει περισσότερο σινεμά. Πιστεύει, ωστόσο, ότι οι ρόλοι εξαρτώνται και από την ηλικία: «Παίζει ρόλο η ηλικία” λέει χαμογελώντας, «για να ‘σαι η ωραία της ταινίας». Της αναφέρω τη Μόνικα Μπελούτσι και τον ρόλο που έπαιξε στην τελευταία ταινία του Τζέιμς Μποντ. «Μακάρι να είμαι Μόνικα Μπελούτσι κι εγώ στα 50 μου, να παίζω κι εγώ έτσι τις μοιραίες γυναίκες», δηλώνει, με έναν μικρό αναστεναγμό και θυμάται τις γυναίκες που την ενέπνεαν από τα παιδικά της χρόνια και, ίσως, την οδήγησαν στο να επιλέξει να ασχοληθεί με την υποκριτική: «Όπως όλα τα κορίτσια, θαύμαζα την Αλίκη, την Τζένη Καρέζη, αλλά και τη Ρένα Βλαχοπούλου, πάρα πολύ, αυτή την τριάδα. Μετά, μ’ άρεσε πολύ η Λίλη Παπαγιάννη, πάρα πολύ. Η Μάρω Κοντού».

Όμως, ανάμεσα στην εποχή της και τη δική τους εποχή διαλέγει, χωρίς δεύτερη σκέψη, αυτά που έζησε η ίδια, τα τελευταία χρόνια: «Μ’ αρέσει η δική μου εποχή. Ίσως επειδή έδρασα μεγάλωσα σ’ αυτή την εποχή, με όλες τις ευκολίες και τις δυσκολίες. Δεν μ’ αρέσει αυτή η εποχή που ζούμε τώρα. Δεν μ’ αρέσει καθόλου, με στεναχωρεί πάρα πάρα πολύ».

Η συνάντηση και η πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα με την Παναγιώτα Βλαντή πλησίαζε προς το τέλος της. Δεν αισθάνθηκα, όμως, ότι την είχε κουράσει. Και, τότε, της ζήτησα να μου μιλήσει για κάτι που από την πρώτη στιγμή είχα στο μυαλό μου να τη ρωτήσω. Το κατά πόσον, αυτή η τόσο ιδιαίτερη δουλειά, με την έλλειψη ρουτίνας, την έλλειψη προγραμματισμού από τη μία σεζόν στην άλλη, τους, κάποιες φορές, εξοντωτικούς ρυθμούς με τις πρόβες και τα γυρίσματα, της έχει κοστίσει σε προσωπικό επίπεδο, αν την έχει εμποδίσει να κάνει κάποια πράγματα που θα ήθελε. Και σ’ αυτό απάντησε με μία εκπληκτική, θα έλεγα, απολυτότητα, υπερασπιζόμενη την προσωπική της ζωή, τους ανθρώπους της, τον προσωπικό της χρόνο: «Όχι, όχι, όχι, όχι. Μπορεί να έχει ενοχλήσει η δουλειά μου κάποιους που ήταν δίπλα μου, αλλά ήταν σαφώς δικό τους θέμα, δεν είχε να κάνει με μένα και με τη δουλειά μου. Εγώ έχω δώσει προτεραιότητα στη ζωή μου και δεν έχω μετανιώσει γι αυτό. Έχω εξαντλήσει τα περιθώρια, έχω δώσει χρόνο, έχω αφήσει πίσω τη δουλειά για την προσωπική μου ζωή, άσχετα αν δεν μου βγήκαν κάποια πράγματα, είναι άλλο θέμα αυτό. Εγώ την προσπάθειά μου, όμως, την έκανα, δεν μπορώ να πω».

Όσο για τη ζωή της σε 20 χρόνια από τώρα; «Δεν μπορώ να τη δω. Αν κάτι μου έχει μάθει η ζωή είναι να μην κάνω σχέδια. Όσες φορές έκανα σχέδια έπεσα έξω. Τώρα πια, με όλο αυτό που κυκλοφορεί γύρω μας, θέλω τα χρόνια που θ’ ακολουθήσουν να είναι καλά. Θα ήθελα να έχω δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπάω, την οικογένειά μου, να είναι γεροί, δεν μπορώ τις αρρώστιες και όλα αυτά, χτυπάω 500 ξύλα (χτυπάει ξύλο), και, πάντα το λέω, θέλω ένα μεγάλο τραπέζι με φίλους και οικογένεια. Δεν θέλω να πικραθώ στη ζωή μου. Να ‘χω απωθημένα, δεν θέλω».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *