Υπάρχει ένα πράγμα που κανείς δεν σου λέει όταν χάνεις τη μητέρα σου. Δεν είναι η θλίψη αυτή την περιμένεις, έστω και αν δεν είσαι έτοιμος για το μέγεθός της. Δεν είναι τα αντικείμενά της που μένουν στη θέση τους για μέρες, λες και η απουσία τους θα επιβεβαίωνε κάτι που δεν μπορείς ακόμα να αντέξεις να ξέρεις. Αυτό που κανείς δεν σου λέει είναι ότι η ζωή, με αναίσχυντη αδιαφορία, συνεχίζει. Και στη συνέχεια αυτή μέσα σε αυτή ακριβώς την κίνηση του κόσμου που δεν σταμάτησε εκείνη είναι παντού.
Είναι στη μυρωδιά του καφέ το πρωί, τη μυρωδιά που αυτή δεν πρόλαβε να πιει. Είναι στις ειδήσεις που ανοίγεις από συνήθεια κι έχεις αρχίσει να σκέφτεσαι τι θα έλεγε για αυτό ή για εκείνο. Είναι στις Κυριακές πάντα στις Κυριακές, ιδιαίτερα που έχουν αποκτήσει μια ελαφριά πληγή, σαν φλεβίτιδα σε σημείο που δεν βλέπεις.
Σήμερα είναι γιορτή της μητέρας. Και αν είσαι από τους ανθρώπους που τη γιορτάζουν με ένα κενό δίπλα τους αν η δική σου έφυγε απότομα ή αργά, με αξιοπρέπεια ή με πόνο, πρόσφατα ή παλιά ξέρεις ήδη ότι αυτή η μέρα δεν χρειάζεται ούτε λόγια ούτε τελετουργία. Χρειάζεται απλώς να την αφήσεις να υπάρχει, μέσα σου, με τον τρόπο που ήταν πάντα δική σου.
Οι μητέρες έχουν μια ικανότητα που δεν αναγνωρίζουμε αρκετά όσο ζουν: μεταφέρουν τον κόσμο σε βάρος που εμείς δεν νιώθουμε ποτέ, γιατί εκείνες φροντίζουν να μη νιώσουμε. Οι ανησυχίες που δεν μας είπαν. Τα βράδια που κοιμήθηκαν ελαφριά, με ένα αφτί στη νύχτα. Οι φορές που κρύφτηκαν για να κλάψουν, γιατί γνώριζαν ότι το δικό σου κλάμα είναι πιο σημαντικό από το δικό τους.
Δεν το λέμε δεν το λέει κανείς αρκετά, ότι η αγάπη μιας μητέρας δεν είναι απλώς συναίσθημα. Είναι δράση. Είναι επιλογή που επαναλαμβάνεται κάθε μέρα, κάθε ώρα, χωρίς ακροατήριο, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς αμοιβή. Είναι η πιο αφανής μορφή μεγαλείου που υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο.
Και όταν φεύγει είτε απότομα, σαν φως που κόβεται, είτε σιγά, σαν παλίρροια αυτό που μένει δεν είναι μόνο η έλλειψη. Είναι το σχήμα που σε διαμόρφωσε. Είναι ο τρόπος που κρατάς το φλιτζάνι σου. Ο τρόπος που συγχωρείς ή δυσκολεύεσαι να συγχωρέσεις. Η λέξη που βγαίνει από το στόμα σου στη λάθος στιγμή και σε κάνει να γελάς, γιατί ήταν δική της.
Μιλάω για τους άντρες ειδικά εδώ. Γιατί εμείς έχουμε μάθει να κρύβουμε αυτό το πράγμα με περισσή επιδεξιότητα. Να λέμε «ήταν μεγάλη, είχε ζήσει τη ζωή της» σαν αυτό να κάνει την απώλεια πιο εύλογη, πιο αποδεκτή, λιγότερο δική μας. Να μαζεύουμε το πένθος σε μια γωνία που κανείς δεν βλέπει, και να το επισκεπτόμαστε μόνο τη νύχτα, μόνοι, αρκετά υπεύθυνοι ώστε να μην αφήσουμε κανέναν να το δει.
Αλλά το σώμα δεν ξεχνά. Και ο νους, όσο και να το αρνείται, κρατά αρχείο. Κάποια μέρα, στη μέση μιας κοινότυπης στιγμής — στο σούπερ μάρκετ, στο φανάρι, στη μέση μιας συνάντησης που δεν έχει καμία σημασία κάτι σε χτυπά από μέσα, χωρίς προειδοποίηση. Και εκεί είναι. Εκεί είναι αυτή.
Δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγεις. Και ίσως αυτό να είναι το μόνο παρήγορο: ότι η επανεμφάνισή της, έστω και σαν πόνος, σημαίνει ότι ήταν αρκετά πραγματική ώστε να αφήσει αποτύπωμα.
Αν η μητέρα σου είναι ακόμα εδώ, πες της αυτό που δεν λες. Όχι με κάρτα. Όχι με λουλούδια που θα μαραθούν σε τρεις μέρες. Πες της με μια φράση που δεν τελειώνει σε τίποτα εύκολο μια φράση που να έχει βάρος, ειλικρίνεια, ίσως λίγη αμηχανία, γιατί η αμηχανία αυτή είναι η απόδειξη ότι εννοείς αυτό που λες.
Κι αν δεν είναι πια εδώ, τότε ξέρεις ήδη. Ξέρεις ότι η αγάπη δεν αποθηκεύεται δίνεται εν κινήσει, ή χάνεται. Και ξέρεις ότι ό,τι δεν πρόλαβες να πεις, εκείνη το ήξερε ούτως ή άλλως. Οι μητέρες έχουν αυτή την ιδιότητα: να διαβάζουν αυτά που δεν λέμε, πολύ πριν εμείς καταλάβουμε ότι τα σκεφτόμαστε.
Η ζωή συνεχίζει. Αναίσχυντα, αδιάφορα, ωραία. Και μέσα σε αυτή τη συνέχεια, εκείνη είναι δίπλα σου στον τρόπο που μιλάς, στον τρόπο που αγαπάς, στον τρόπο που αντέχεις. Δεν έφυγε. Άλλαξε μορφή.
Και αυτό, αν το σκεφτείς αρκετά, είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από παρουσία.

