Σε μια εποχή που η ανδρική μόδα οδηγείται από το athleisure και τη λογική του «άνετου», ο οίκος επιλέγει να πάει αντίθετα. Η σιλουέτα είναι ευρεία, σκόπιμα υπερμεγέθης, με ώμους που υπαινίσσονται αρχιτεκτονική και όχι ανατομία. Το παντελόνι πέφτει με ένα wide-leg βάρος που θυμίζει άλλη εποχή, τη δεκαετία του ’70, όταν οι άντρες ντύνονταν χωρίς να ζητούν συγγνώμη για την παρουσία τους.

Το χρώμα είναι η πρώτη αποκάλυψη. Ένα καφέ-χακί με χρυσές υποτονικές, ούτε τόσο γήινο ώστε να χαθεί, ούτε τόσο εντυπωσιακό ώστε να φωνάζει. Είναι η απόχρωση του δέρματος μιας παλιάς βιβλιοθήκης. Του φωτός που μπαίνει σε ένα ξενοδοχειακό δωμάτιο το απόγευμα. Κάτι οικείο και ταυτόχρονα απόμακρο.
Η φωτογραφία, cinematic, εσκεμμένα θολή ως προς τα πρόσωπα, λέει όσα δεν χρειάζεται να πει το lookbook. Ο άντρας στέκεται. Δεν ποζάρει. Δεν χαμογελά. Απλώς καταλαμβάνει τον χώρο που του αναλογεί. Δίπλα του, μια φιγούρα με κάμερα τον καταγράφει, σαν το κοστούμι να είναι από μόνο του ένα γεγονός που αξίζει να αποτυπωθεί.

Το styling είναι ελάχιστο με τη σκληρή έννοια της λέξης: το σακάκι κουμπωμένο ψηλά, ένα tonal πουκάμισο από κάτω, oxford παπούτσια σε βαθύ σκούρο. Καμία επιπλέον πρόταση. Καμία αλυσίδα, καμία επιπλέον υφή, κανένα accessory που να ζητά την προσοχή. Γιατί όταν το κοστούμι είναι η ιδέα, οτιδήποτε άλλο είναι περισπασμός.

Αυτό είναι το Saint Laurent του Anthony Vaccarello στο πιο καθαρό του: η ιδέα ότι η ομορφιά δεν ζητά επιβεβαίωση. Ότι η εκλέπτυνση δεν είναι διακόσμηση, είναι αφαίρεση. Ότι ο πιο σύγχρονος τρόπος να ντυθείς είναι σαν να μην σε ενδιαφέρει τι σκέφτονται οι άλλοι, ενώ παράλληλα ξέρεις ακριβώς τι σκέφτονται.


