Φώτης Ντουίτσης: “Ανακρίνοντας” τον ανακριτή της ΕΛ.ΑΣ.


Φώτης Ντουίτσης

O Τσώρτσιλ κάποτε είπε πως οι εγκληματίες χάνονται στην άβυσσό τους… όταν κοιτά κάποιος για πολύ την κόλαση, γίνεται μέρος της. Για την αλληλεπίδραση, που σμιλεύει τη σχέση εγκλήματος κι εγκληματία ο εν λόγω συνειρμός ακούγεται λογικός, ίσως εξηγεί πολλά, ίσως και να θυμώνει την κοινή γνώμη για περισσότερα. Στην εξίσωση, όμως, τα πράγματα περιπλέκονται όταν προστίθεται κι ο ρόλος του ανακριτή. Όχι επειδή ο ρόλος αυτός δεν είναι ξεκάθαρος, αντιθέτως μάλιστα. Η συνθήκη δυσκολεύει διότι ο ανακριτής, οφείλει να διαλευκάνει, να αποκωδικοποιήσει και να μείνει αμερόληπτος από μια έμβια αφήγηση, ένα δυναμικό παζλ, ένα ολοζώντανο έγκλημα, όπου η ενσυναίσθηση με την όχθη του κακού οδηγεί στις απαντήσεις ενώ μαζί της η εσωτερική μάχη για την εξυπηρέτηση του καλού τεστάρει αβίαστα την αμεροληψία.

Έχουν υπάρξει επιχειρησιακά σταυρόλεξα για δυνατούς λύτες. Αυτό, όμως, που έστω κι ακροθιγώς φωτογράφησε ο Αστυνομικός Διευθυντής της Δίωξης Εγκλήματος κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας, Φώτης Ντουίτσης, σε μια συνάντηση, ήταν μόλις ένα επιστημονικό πλαίσιο, που μένει πάντα να ξεπερνιέται από την στυγνή πραγματικότητα καθιστώντας τις σχετικές με την εξιχνίαση του εγκλήματος επιστήμες, συγγενείς στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, με ανοιχτό συχνά το συναίσθημα της αδυναμίας αποδοχής ηθικά αυτού που τα δεδομένα ερμηνεύουν πλήρως. Ακόμη και στις υποθέσεις, που έχουν κλείσει, σε αυτούς τους φακέλους που έχουν μπει στο ράφι και βαραίνουν από τη σκόνη εκτός από τις μνήμες, μένουν ανοιχτά, χρόνια μετά, τα ηθικά και συναισθηματικά ερωτήματα.

Η επαγγελματική ιδιότητα του Ανακριτή ακροβατεί άλλωστε στο παράλογο της ανθρώπινης φύσης. Ζητά τόση πείρα, που να μπορείς να δεις τις κουκκίδες πίσω από τις γραμμές αλλά και τόση φρεσκάδα στο βλέμμα για να διατηρείς την αρετή της διάκρισης και της διαφορετικότητας. Ζητά τόση στωική υπομονή και ψυχραιμία, επιβάλει να διαβλέπεις τη διακριτή μέθοδο των δραστών και υπόπτων αλλά μαζί να είσαι ασύνδετος μαζί τους. Να μπαίνεις μέσα στο μυαλό και στα παπούτσια τους αλλά να θυμάσαι πως είναι δανεικά κι όχι δικά σου. Να μιλάς για τον ανθρώπινο πόνο και να θυμάσαι το δίκαιο ακόμη κι αν αυτό είναι μοιρασμένο στα περιθώρια του Νόμου. Αν μιλάμε για δύσκολες δουλειές αυτή είναι ένα βήμα πιο πάνω. Στις ταινίες και στα αστειάκια ολκής ο Ανακριτής έχει το φως, που τυφλώνει και βασανίζει για να αποσπάσει μια αλήθεια…κάποια συναρτήσει παραγόντων αλήθεια. Σε αυτή τη χώρα, με τα τόσα προβλήματα και τις τόσες γωνίες που μας πληγώνουν καθημερινά, έχουμε ανθρωπιά ακόμη. Το μόνο φως του βασανισμού του Ανακριτή είναι αυτό που ο ίδιος πρέπει να κρατά αναμμένο στην ψυχή του για να μην ξεχάσει την αξία του ανθρώπου και της ζωής.

Στην αρχαία Κίνα, έδιναν στους υπόπτους να μασούν ξερό ρύζι… Δεν πρόκειται για τρικ, αλλά για ένα σοφό ανακριτικό εύρημα, που αποδεικνύει αυτά που αργότερα στοιχειοθέτησαν κι οι επιστήμες. Ο εγκέφαλος δίνει σήμα, όντας σε κατάσταση έντασης, στους σιελογόνους αδένες υποσυνείδητα πάντα και παύουν την έκκριση σάλιου. Ο ύποπτος πνίγεται αδυνατώντας να καταπιεί το ρύζι και περνά σε επιμέρους διερεύνηση. Στην Ινδία, πάλι, κατέφευγαν στο τέχνασμα του «ιερού ζώου»… έκλειναν σε μια σκοτεινή καλύβα τους υπόπτους, οι οποίοι έπρεπε να τραβήξουν την ουρά του ζώου ενώ εκείνο με μαγικές ιδιότητες θα παρέμενε σιωπηλό αν ο ύποπτος ήταν αθώος. Όταν έβγαιναν από την καλύβα οι ύποπτοι, οι υπεύθυνοι έλεγχαν τα χέρια τους. Οι ύποπτοι αγνοούσαν πως η ουρά του ζώου ήταν αλειμμένη με μπογιά. Το τέχνασμα βασιζόταν στο γεγονός, πως ο ένοχος θα φοβόταν να περάσει εξαρχής τη δοκιμασία και δε θα ακουμπούσε το ζώο, βγαίνοντας με καθαρά χέρια…

Μεταξύ ιστοριών, μυθοπλασίας και Χόλιγουντ, η πραγματικότητα αποφαίνεται πάντα πιο απαιτητική, πιο δύσκολη και κυρίως γεμάτη ανθρώπινο πόνο. Ο ανακριτής, έχει ένα σαφές πλαίσιο κανόνων και τεχνικών, που μετά την πολυετή εμπειρία του γίνονται ταχυδακτυλουργικά χειριζόμενες ενέργειες εκπαίδευσης, διαίσθησης αλλά και εξονυχιστικής μελέτης της ανθρώπινης συμπεριφοράς εκατέρωθεν, ιχνογραφώντας μια κβαντική χρονογραμμή προς όλα τα πιθανά σενάρια μέχρι να αποδοθεί η ολότητα στα ευρήματα και να αποκατασταθεί η σύνδεση προσώπων με δράσεις. Ο ανακριτής είναι εκείνος, που μαζί με την ομάδα και τους συνεργάτες του πρέπει να βρει την αλήθεια. Ο σκοπός της ανάκρισης είναι η συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, πάνω στα οποία θα βασιστεί η τελική δικαστική κρίση για το εν λόγω έγκλημα και όπως όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά, από τη δικαστική απόφαση ορίζεται η απόδοση του κοινού περί δικαίου αισθήματος και η τιμωρία των ενόχων…

Στη θεωρία όλα είναι καλά και ολόκληρα… Κάποιες φορές όμως, αν όχι τις περισσότερες, αυτός που ξέρει την αλήθεια και τον ένοχο είναι ένα πτώμα…

«Έχω δει πολλά πτώματα στη ζωή μου», επισημαίνει ο Αστ. Διευθυντής, Φώτης Ντουίτσης και συνεχίζει, «όσο πιο πολλά πτώματα συναναστραφείς τόσο πιο πολύ εκτιμάς το δώρο της ζωής. Εκτός από την ανακριτική ιδιότητα διατελώ και Διαπραγματευτής της Ελληνικής Αστυνομίας, θυμάμαι πολλές ιστορίες, πολλά εγκλήματα, όλα είναι παρελθόν κι όλα είναι αποθηκευμένα στο μυαλό μου με τεράστια ακρίβεια. Θυμάμαι το 2013 την ομηρία με τον Αλκέτ Ριτζάι, ήταν Σάββατο βράδυ που χτύπησε το τηλέφωνό μου από τον Υπαρχηγό… Ο Ριτζάι σε έξαλλη κατάσταση, να κρατά 7 σωφρονιστικούς υπαλλήλους στο Μαλανδρίνο και να μην ξέρει τι ζητάει. Ήθελε να μιλήσει με τον Σαμαρά, μετά με τον Υπουργό, μετά με τον Διευθυντή των φυλακών… Μιλούσε μόνο μαζί μου. Έπεφτε, σηκωνόταν, ήταν ασταθής… 20 ώρες σκληρή διαπραγμάτευση, όπου και παραδόθηκε. Δεν έχει περίπου, σχεδόν ή ίσως η διαπραγμάτευση… Ένας όμηρος βγήκε, είχαμε δει κάτι καλώδια, κρατούσε κι ένα μαρκούτσι ποιος έπαιρνε το ρίσκο να ζήσουμε 2ο ’98 με την υπόθεση Σορίν Ματέι; Ο ανακριτής σαφώς και λαμβάνει ειδική εκπαίδευση, εννοείται πως η οξυδέρκεια κι η εμπειρία είναι πολύτιμα εφόδια, αλλά κυρίως πρέπει να μπεις στο πετσί του υπόπτου. Οι μικρές λεπτομέρειες οδηγούν σε μεγάλες αποκαλύψεις. Ο Ριτζάι, μιλούσε στο τηλέφωνο, έκανε ένα σόου… Ήταν θέμα χρόνου να ζητήσει τηλέφωνο όταν έσβησε η μπαταρία του. Του έδωσα ασύρματο, τον έκοψα έτσι από τον υπόλοιπο κόσμο και έτσι συνεχίσαμε οι δυο μας… Πρέπει ο ανακριτής όσο ενοχλητικό κι αν ακουστεί αυτό, να σεβαστεί τον κακοποιό για το ποιόν και τις πράξεις του, όχι προς θεού για να τον αξιώσει σαν κάτι που δεν είναι, αλλά αντιθέτως σαν κάτι που είναι… Κανείς από δαύτους δε θέλει φορτωτικές από εγκλήματα που δεν έχει κάνει. Εκεί διαφέρει η ΕΛ.ΑΣ., όχι μόνο γιατί δε φορτώνει ανήθικα εγκλήματα στο βωμό της ηθικής αλλά γιατί σεβόμενος το προφίλ του κακοποιού, τότε κερδίζεις το συνειδητό ή ασυνείδητο συγχρωτισμό του με το έγκλημα, που έχει διαπράξει κι εκεί αποκαλύπτεται. Η εμπειρία έχει δείξει ότι διασταυρώνονται υποθέσεις, πρόσωπα κι αποδείξεις… Για μένα δυο παιδιά σε διπλανές κούνιες έχουν ίδιο σχεδόν δυναμικό. Γιατί ο ένας γίνεται επιστήμονας κι αποδίδει καλό κι άλλος κακοποιός και παράγει έγκλημα, είναι θέμα εμπειριών, γονιών, παιδικής ηλικίας, προτύπων… Δε γεννιέται κανείς εγκληματίας. Υπάρχει χειρότερο από το να ζεις ζωή που δεν την έχεις διαλέξει;».

«Η αποκαλούμενη ανατομία του εγκλήματος γλείφει τα όρια της επιστήμης, της τέχνης και της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας. Οι τεχνολογίες προχωράνε αντάμα με το έγκλημα και την καταστολή του. Χέρι χέρι. Το καλάζνικωφ ως όπλο έχει αλλάξει άρδην τα δεδομένα ενός εγκλήματος. Δεν είναι απλά το ΑΚ47 που ο Καλάζνικωφ τροποποίησε από ένα προϋπάρχον Γερμανικό Μοντέλο το 1947. Μια σφαίρα που ανοίγει τραύμα σα γαρύφαλλο… Ξέρουν οι κακοποιοί που το χρησιμοποιούν ότι ένα απλό αλεξίσφαιρο το περνάει… Κι όταν πια φύγεις από τις τεχνικές λεπτομέρειες της βαλλιστικής, για παράδειγμα, περνάς στις ψυχαναλυτικές λεπτομέρειες. Για το παιδάκι, ο γιος ενός μπράβου μεγαλώνει σε ένα τέτοιο σπίτι, κατά τ’ άλλα ίσως και πολύ παραδοσιακό, όπου ο μπαμπάς του είναι ο ήρωας του, το πρότυπό του. Αυτός ο γιος μεγαλώνοντας κρατά την παράδοση ως φόρο τιμής. Αυτό το έγκλημα, έχει άλλη δομή από μια ληστεία ή μια απαγωγή. Στη διαλεύκανση ενός εγκλήματος όλες οι λεπτομέρειες μετράνε. Από κάτι, που θα μπορούσε να θεωρηθεί δευτερεύον αρχικά μπορεί να ξεμπλοκάρει ολόκληρη η υπόθεση. Στα μπραβιλίκια, οι άνθρωποι δε μιλάνε. Η ιστορία αυτή κρατά από την προπολεμική Ελλάδα… Η οικονομική κρίση επέδρασε, άλλαξε τις ταρίφες ή τις συμπεριφορές αλλά οι καταστηματάρχες κρατούν κλειστό το στόμα τους».

Ο Φώτης Ντουίτσης, είναι ένας άνθρωπος που έχει διακριτές αξίες. Τιμά τον άνθρωπο. Δεν είναι δουλειά αυτή αν δεν αγαπάς τον άνθρωπο, αν δεν έχεις προαποφασίσει τι από την προσωπική σου ζωή θα χάσεις για να κερδίσεις μια αλήθεια, που θα αλλάξει για πάντα τη ζωή ενός άλλου, άγνωστου σου ανθρώπου. Η ανάκριση τονίζει πως είναι μια διαδικασία και πως κανένας φάκελος δεν κλείνει αν δεν έχει κλείσει η διαλεύκανση του εγκλήματος. Μένει εκεί για χρόνια και στοιχειώνει τους ανθρώπους του για να θυμούνται. Ο χρόνος είναι μια στρεβλή ανάγνωση του πως βιώνεται από τους εμπλεκόμενους το έγκλημα, αλλά ενέχει μια μαθηματική σοφία στις πρώτες του 48 ώρες, όπου σύμφωνα με τον ίδιο τον κ. Ανακριτή διαφαίνονται τα στοιχεία. Γι’ αυτό και ο τόπος του εγκλήματος αν μελετηθεί εις βάθος και με σεβασμό, με οξυμένη παρατήρηση, αφηγείται σιωπηλά το έγκλημα.

«…Τα παράγωγα των έξυπνων ανθρώπων είναι πράξεις με ευφυή σκελετό. Εδώ μπαίνει σε ευθεία σύγκρουση ο σκοπός, η αρνητική φόρτιση που έχει ο κακοποιός, η φύση του εγκλήματος… Σαφώς το κλισέ πως δεν υπάρχει το τέλειο έγκλημα ισχύει εκ θεμελίων του. Όμως ανθρώπινα, κοινωνιολογικά, εργαστηριακά ακόμη, αν θες, δε μπορώ να μην διερωτώμαι πως θα είχε μεγαλουργήσει ο νους ενός οξυδερκούς κακοποιού αν δεν τον διοχέτευε στο έγκλημα αλλά στην έρευνα, στην επιστήμη, στην επιχειρηματικότητα… Όταν έχω ώρες επί ωρών απέναντι μου έχω έναν κακοποιό, τον ακτινογραφώ… Κι αυτός εμένα φυσικά. Η εξυπνάδα δεν κρύβεται. Ακόμη και κάτω από την κακουχία, την ενοχή, τα ναρκωτικά και το αίμα το μυαλό δεν κρύβεται. Κι εκεί ως κοινωνία στέκεσαι και λες, τι πήγε λάθος; Ο Παλαιοκώστας είναι ένας έξυπνος άνθρωπος, που επέλεξε όμως να υπηρετεί το κακό. Στα μέρη του τον έχουν αγιοποιήσει κιόλας, είναι ο Ρομπέν των Φτωχών, τόσο έξυπνα τους χειρίζεται προφανώς για να μπορεί να διαφεύγει και να κρύβεται. Δεν υπάρχει, όμως, εγκληματικό DNA».

Για μένα δυο παιδιά σε διπλανές κούνιες έχουν ίδιο σχεδόν δυναμικό. Γιατί ο ένας γίνεται επιστήμονας κι αποδίδει καλό κι άλλος κακοποιός και παράγει έγκλημα, είναι θέμα εμπειριών, γονιών, παιδικής ηλικίας, προτύπων… Δε γεννιέται κανείς εγκληματίας. Υπάρχει χειρότερο από το να ζεις ζωή που δεν την έχεις διαλέξει;

«Ο εγκληματολόγος, ως επιστήμονας είναι σε θέση να απομονώσει στοιχεία ιδιοσυγκρασίας, σκέψης και δράσης που οδηγούν στο έγκλημα ή στο έγκλημα κατά συρροή αλλά δεν υπάρχει στο φυσικό σώμα του ανθρώπου εντολή που εκκινεί την παραβατική συμπεριφορά… Αυτό υπάρχει όταν ο εγκέφαλος κάνει τη σύναψη εκείνη που θέτει το πρώτο ιδιοσυγκρασιακό υπόβαθρο για να φυτευτεί και να ανθίσει μια εγκληματική σκέψη και μετά αυτή να γίνει δράση. Όλοι πάνω στα νεύρα μας λέμε, θα κάνω αυτό θα κάνω εκείνο… όμως ακόμη κι αν αυτό θεωρηθεί απειλή κάτω από συνθήκες, δεν είναι έγκλημα κατά ζωής και περιουσίας. Όταν ο λειτουργός της έννομης τάξης, διαλευκάνει τον τρόπο, που παίχτηκε το εσωτερικό παιχνίδι εκείνο και αλλοίωσε αξίες και πιστεύω σε κάποιον, ενεργοποιώντας συμπεριφορές κακοποιού, τότε έχει το προφίλ του. Έχει ένα πλαίσιο. Αυτό το πλαίσιο οδηγεί σιγά σιγά στο παζλ, που αποκαλύπτει την εικόνα του εγκλήματος όσο προστίθενται τα μικροκομμάτια των αποδεικτικών στοιχείων. Ένα να λείπει, η εικόνα δεν είναι ολόκληρη. Ο εγκληματίας, ξέρετε, διαπράττει την εγκληματική πράξη γνωρίζοντας, πως θα βρεθεί στο στόχαστρο της αστυνομίας και πως είναι εκτός νόμου. Μέρος αυτής της προϋπόθεσης είναι το ότι ο ίδιος γνωρίζει πως αργά ή γρήγορα θα πιαστεί. Οπότε εδώ υφαίνεται μια παράλληλη σκέψη και δράση. Το ίδιο το έγκλημα και οι συμπεριφορές που καθυστερούν αλλά δεν αποφεύγουν τη σύλληψη. Στο πεδίο όπου αλληλεπιδρούν αυτοί οι άξονες, η διαδικασία της ανάκρισης χτυπά πολύ λεπτές χορδές. Ακόμη κι ο ίδιος ο κακοποιός, που έχει αφαιρέσει ζωή ή έχει απειλήσει ζωές ακροβατεί σε ένα τεντωμένο σκοινί μεταξύ δικαίου κι αδίκου. Αν η αστυνομία έχει συγκεντρώσει τα στοιχεία εκείνα, που επιτρέπουν στην έμπειρη διαχείριση της ανάκρισης και στον ανακριτή να φέρει τον κακοποιό στο σημείο να ζητήσει το δίκιο του, τότε η διαδικασία έχει μπει στη ροή της επίλυσης. Αν εκείνος, που έχει παραβιάσει ανθρώπινα δικαιώματα και δη εκείνα της ελευθερίας και της ζωής, μιλά για ανθρώπινη μεταχείριση τότε η ισορροπία έχει κερδηθεί προς το καλό. Μια στιγμή αν μπει φως και το πιο βαθύ σκοτάδι παύει να είναι έρεβος…», καταλήγει ο Φώτης Ντουίτσης.

Οι υποθέσεις με τις οποίες έχει ασχοληθεί ανακριτικά αντιστοιχούν στα άπαντα του αστυνομικού ρεπορτάζ, παρόλα ταύτα όμως, αποφεύγει να υπεργενικεύει και να κατηγοροποιεί… Η μόνη κοινή, σταθερά, παράμετρος είναι ο σεβασμός στην ανθρώπινη ζωή.

«…Στα βιβλία της ανακριτικής», συνεχίζει λέγοντας «στη μακρά λίστα των προσόντων, που πρέπει να έχει ένας ανακριτής είναι η παρατήρηση και η διαχείριση του κάθε κακοποιού ως ξεχωριστή περίπτωση. Αυτές οι δύο συνθήκες μπορούν να ελευθερώσουν το δρόμο προς την αθωότητα ακόμη και του πιο αθλίου αν είναι αθώος. Η δουλειά αυτή ούτως ή άλλως δεν πληρώνεται, είναι η κόντρα με τον ίδιο σου τον εαυτό και τις φυσικές αντοχές, είναι ένα διανοητικό παιχνίδι με ασύλληπτες συνέπειες ενός και μόνου λάθους. Στην πόρτα τη δική μας έρχονται άνθρωποι βασανισμένοι. Το κοινό κι από τις δύο πλευρές του εγκλήματος είναι ο ανθρώπινος πόνος. Είναι φορές που έγκλημα δεν έχει λυθεί… που λείπουν βασικά στοιχεία, είναι ασύλληπτοι οι δράστες κι όμως έρχεται εδώ η οικογένεια, και μας κοιτά στα μάτια, αναγνωρίζει ακόμη και το ότι έχει ανοιχτεί υπόθεση, γαληνεύει το μέσα τους γνωρίζοντας πως κάποιοι ψάχνουν την αλήθεια για τους δικούς τους».

«Υπάρχουν υποθέσεις, που έχουν μείνει στάσιμες, έρχεται ένα στοιχείο και ξανανοίγουν. Όταν τους ειδοποιούμε γι’ αυτό και νιώθουν πως δεν έχει ξεχαστεί η μνήμη του δικού τους ανθρώπου, βλέπεις τόση ευγνωμοσύνη, που παίρνεις δύναμη για δέκα χρόνια. Σε αυτές τις δουλειές η ψυχή είναι μεγάλο κομμάτι του δούναι και λαβείν, όποιος πει το αντίθετο, ή κάνει άλλη δουλειά ή λέει ψέματα. Και σε ώρες που δυσκολεύουν τα πράγματα, που βρισκόμαστε σε αδιέξοδα κι έχουμε μόνο ερωτήσεις αλλά όχι απαντήσεις, η ψυχική αυτή δύναμη ξεκολλάει κι εμάς και την πρόοδο της ανάκρισης και της έρευνας. Τα εργαλεία μας και οι τεχνικές μας, ο ανθρώπινος παράγων και η μελέτη της συμπεριφοράς και κυρίως των ευρημάτων θυμίζει μια βεντάλια. Άλλοτε ανοιχτή, άλλοτε κλειστή δείχνει κατευθύνσεις, ένα κλικ χρειάζεται, όμως, για το πού θα κινηθούμε. Συχνά θυμίζω και σε μέναν και στους συνεργάτες μου πως ο πρώτος πυρήνας του εγκλήματος, εκεί όπου υπάρχει ο παλμός του εγκλήματος είναι στον τόπο που έγινε και μάλιστα τις πρώτες ώρες αφού διεπράχθη. Εκεί πρέπει να τα σαρώσουμε όλα, ακόμη και μια τρίχα είναι δυνητικά το κλειδί της επίλυσης. Η τεχνολογία φυσικά και βοηθάει, την αστυνομία αλλά και τους κακοποιούς…», αναφέρει ο κ. Ντουίτσης και συνεχίζει λέγοντας ότι:

«Έχω να θυμηθώ ιστορίες, που μείναμε δυο μέρες σερί σε αυτοψία. Το κακό είναι πως όσο βαθαίνεις σε μια υπόθεση τόσο χάνεις τη φρέσκια ανάγνωση, γι’ αυτό και η δουλειά είναι ομαδική, γιατί ο στόχος είναι ιερός και κοινός. Κάθε έγκλημα είναι μια αυθύπαρκτη οντότητα, έχει ταυτότητα και χαρακτηριστικά. Έχουμε φορές βρεθεί σε εγκλήματα που είναι δυσδιάκριτο το κίνητρο. Σπάμε το κεφάλι μας, προχωράει η έρευνα όμως κι αυτό από κει που ήταν αθέατο, σιγά σιγά σκιαγραφείται. Κανονικά δεν μου επιτρέπεται να μιλήσω για διαίσθηση, όμως αν διακρίνει κανείς έναν μαθηματικό αλγόριθμο στον τρόπο που ο νους τονίζει ή ατονεί στοιχεία, σε συνδυασμό με την επιστημονική υπόσταση της ανάκρισης και την εμπειρία,  μπαίνουν οι πρώτοι πυλώνες που φωτίζουν τη διαλεύκανση. Κάποτε ένας συνάδελφος ανέφερε τηλεφωνικά πιθανότητα ληστείας με θύμα, όταν βρέθηκε μια γυναίκα νεκρή με αίμα γύρω από το στόμα. Η 2η ενδελεχής ανάγνωση των στοιχείων έδειξε πως η γυναίκα έπαθε εμβολή, εξ’ ου κι η αιμορραγία, ούσα η ίδια κάτι σαν ρακοσυλλέκτης, ζώντας μέσα στην ακαταστασία και τη βρωμιά…»

Όταν ένας άνθρωπος σε καλωσορίζει στη συζήτηση με την παραδοχή πως έχει δει πολλά πτώματα και έχει αντιμετωπίσει περισσότερες ιστορίες, κρατάς την αίσθηση πως ίσως αυτό ορίζει μια παράλογη έστω κανονικότητα. Όμως, ο ίδιος άνθρωπος είναι που αγαπά τη ζωή… Που δε βλέπει φακέλους αλλά ανθρώπους, οικογένειες, συναισθήματα.

«Με έχει στοιχειώσει η υπόθεση Αγραφιώτη…» θυμάται «χάσαμε χρόνο εκεί, αυτό είναι μεγάλη απώλεια στοιχείων, φτάσαμε ένα μήνα μετά στο πτώμα. Το μόνο που είναι σαφές είναι πως αυτή η γυναίκα υπέφερε στα χέρια του δράστη και πως σαφώς δεν επρόκειτο για ληστεία. Με έχει συγκλονίσει μια υπόθεση όπου βρέθηκε πτώμα με 90 μαχαιριές. Κάποιος αρκεί να φάει μία, άντε 3 μαχαιριές για να πεθάνει… οι υπόλοιπες δείχνουν μίσος, μένος…σκιαγραφούν τα κίνητρα. Θυμάμαι ένα έγκλημα στην Καλλιθέα, με έναν αλλοδαπό από τη Συρία που βρέθηκε νεκρός σε κάδο σκουπιδιών, φοιτητής ιατρικής. Η υπόθεση έφτασε στην Interpol, ο άνθρωπος αυτός είχε παιδιά, οικογένεια. Τον έφαγαν, ενώ τους πλήρωσε για να του βγάλουν τα χαρτιά, ήταν επιστήμονας, ήθελε να φύγει στο εξωτερικό. Ομοίως ένας αιγύπτιος Ιμάμης, που δούλευε εργάτης σε ένα σκαπατζίδικο στα Γλυκά Νερά, όπου και σκοτώθηκε. Για να συγκαλύψουν τις ευθύνες του δυστυχήματος στο χώρο εργασίας τον έβγαλαν στο δρόμο, όπου και καλά τον χτύπησε φορτηγό. Για να τον είχε χτυπήσει φορτηγό έπρεπε το φορτηγό να είχε πέσει από τον ουρανό, όπως μαρτυρούσαν τα τραύματά του. Αυτός ο Ιμάμης είχε ένα μωρό κοριτσάκι πίσω στην Αίγυπτο, έστελνε λεφτά στη γυναίκα του. Για μας ήταν ένας άνθρωπος, ένας νεκρός η μνήμη του οποίου έπρεπε να τιμηθεί. Η ορφάνια, ο πόνος, ο θάνατος εξισώνει τους ανθρώπους. Όμως από όλες τις υποθέσεις αυτές που κουβαλάω και σπίτι μου και παντού είναι εκείνες που έχουν θύματα παιδιά. Η υπόθεση της δολοφονίας της μικρής Άννυ, για την οποία κατηγορήθηκε ο βιολογικός της πατέρας. Εδώ τον είχα… περιέγραφε τον τεμαχισμό του παιδιού λες και δεν έτρεχε τίποτα. Και λες πώς είναι δυνατόν; Κι όμως τα ναρκωτικά, δημιουργούν την απόλυτη απαξία της ζωής. Εκεί τελειώνουν όλα. Γι’ αυτό και ο Εισαγγελέας πολύ σοφά απέδωσε κατηγορίες και στη μάνα που άφησε το παιδί στα χέρια του, εκθέτοντάς το σε μοιραίο κίνδυνο. Τα ναρκωτικά κάμπτουν τις αναστολές. Γι’ αυτό κι υπάρχει ο σχετικός νόμος. Το ίδιο αλλά λιγότερο το αλκοόλ και τα αναβολικά».

Τέλος, ο Αστ. Διευθυντής, Φώτης Ντουίτσης επισημαίνει ότι: «Δεν ξέρω αν γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος με αυτή τη δουλειά ή σκληραίνεις αναγκαστικά. Γεγονός είναι πως κάποια πράγματα τα χάνεις ανεπιστρεπτί. Δεν ηρεμείς ποτέ. Ίσως λίγο ξεκουράζεσαι αλλά δεν ηρεμείς. Παρατηρείς τους πάντες και τα πάντα, πιάνεις τις λεπτομέρειες, μετράς εξόδους κινδύνου σε εστιατόρια, ακούς και βλέπεις περιφερειακά, καταλαβαίνεις όσα δε θες, εκτιμάς παραπάνω… όχι μόνο τη ζωή, αλλά κυρίως την ελευθερία».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *