SQUASH / The game of power



ΤΟ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΣΤΟ ΣΚΟΥΟΣ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΑΡΕΙΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ. ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΕΙΣ ΣΤΗ ΜΠΑΛΑ, ΟΠΩΣ ΛΕΝΕ ΣΤΑ ΑΘΛΗΜΑΤΑ ΡΑΚΕΤΑΣ, ΑΠΟ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΓΗΠΕΔΟΥ, ΑΛΛΑ ΑΝ ΠΑΡΕΙΣ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΕΙΣ ΤΟ ΡΥΘΜΟ, ΤΡΕΧΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΤΙΠΑΛΟ, ΕΧΕΙΣ ΤΟ ΠΑΝΩ ΧΕΡΙ.

Ακούγεται πιο εύκολο αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι. Γιατί μιλάμε για τον ίδιο χώρο. Ο αντίπαλος θα προσπαθήσει να κάνει και αυτός το ίδιο, να σε διώξει από το κέντρο, να σε στείλει πίσω, να σε «πλασάρει» με ένα drop shop, και να ανέβει ψηλά για να σου μειώσει τις επιλογές. Και αυτό γίνεται ξανά και ξανά σε αγώνες που διαρκούν όχι λιγότερο από 40 λεπτά καθαρού παιχνιδιού, στην υψηλότερη δυνατή ένταση που μπορείς να φανταστείς. Τα μεγάλα ματς έχουν φτάσει και τις 2.30 ώρες. Σε ταχύτητες, που σε ακραίες περιπτώσεις, όπως αυτή του Ράμι Ασούρ -του καλύτερου ίσως παίχτη που έπιασε ποτέ ρακέτα-, δεν προλαβαίνει η κάμερα. Αυτό είναι το σκουός ή τοιχοσφαίριση στα ελληνικά, ένα άθλημα που δεν έτυχε ποτέ της προβολής των υπολοίπων αθλημάτων ρακέτας, δεν είχε ποτέ τη στήριξη του κράτους, αλλά είναι σαν ένα μικρό Γαλατικό χωριό ενταγμένο στους νόμους και τις διατάξεις που διέπουν το τένις. Ηταν και παραμένει για λίγους. Ολόκληρη Εθνική Ομάδα σκουός πήγε στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες (πού έγιναν….) πέρυσι και δεν γράφτηκε γραμμή. Έχουμε γυναίκα αθλήτρια (…….ποια είναι) μέσα στις 100 πρώτες, αλλά οι αθλητές πλήρωσαν από την τσέπη τους. Το περιοδικό ΜΕΝ’s Arena ήταν χορηγός. Έγιναν οικονομίες, αλλά με τις οικονομίες και τις χορηγίες δεν γίνεται δουλειά. Γιατί ο αντίπαλος θα πάει εκεί με τον προπονητή του. Και το τιμ του. Και θα κάνει καλύτερη αποθεραπεία και θα είναι πιο φρέσκος. Και θα περάσει ένα γύρο πιο εύκολα. Και τελικά θα σε νικήσει, όχι γιατί είναι πιο ταλαντούχος ή πιο έμπειρος, αλλά γιατί το δικό του γύρω-γύρω είναι καλύτερο. Θα παίξει με καλύτερους παίχτες, θα αποκτήσει περισσότερες εμπειρίες, θα μάθει περισσότερα χτυπήματα και τελικά θα ανέβει τις κατατάξεις πιο γρήγορα.

Πέτρος Τζαμαλούκας

Το Πανελλήνιο Πρωτάθλημα του Σκουός γίνε- ται κάθε χρόνο το Δεκέμβριο στα γήπεδα του Ομίλου Αντισφαίρισης. Ένας χώρος περίπου 20 μέτρα σε μήκος και 10 σε πλάτος, τρία γήπεδα και ένας διάδρομος πίσω τους με μια μικρή κερκίδα. Αν πρέπει να ξέρεις ένα όνομα εκεί, αυτό είναι του Πέτρου Τζαμαλούκα. Ξεχωρίζει. Θα το καταλάβεις. Ο «Όμιλος» είναι το σχολείο του, το «γραφείο» του, το σπίτι του. Αν κοιτάξεις προσεκτικά, θα τον δεις να τρέχει αριστερά – δεξιά, να κοιτάει κάθε γήπεδο, κάθε αγώνα, για να δει τι γίνεται. Είτε είναι γυναίκες, είτε έφηβοι, είτε άντρες. Είναι εκεί όλη την ώρα, όλες τις μέρες. Το οποίο αποκτάει μεγαλύτερη αξία αν αναλογιστείς ότι αυτοί που μπορούν να παίξουν ανταγωνιστικό σκουός, είναι κυριολεκτικά, μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού. Οι υπόλοιποι είναι έφηβοι ή ερασιτέχνες.

Το μόνο που σκέφτεται είναι το σκουός. Πέντε λεπτά να μιλήσεις μαζί του καταλαβαίνεις ότι ένα πράγμα που είναι στο μυαλό του είναι αυτό

Οι παίκτες αυτοί θα περάσουν πολύ εύκολα τους πρώτους γύρους δεν θα χαρίσουν ούτε πόντο στον αντίπαλο, θα καθαρίσουν το παιχνίδι όσο το δυνατόν πιο γρήγορα για να μην κουραστούν, και θα φύγουν. Ο Πέτρος θα πάει στα αποδυτήρια και θα ξαναγυρίσει εκεί. Στα πηγαδάκια, θα μιλήσει για σκουός, για παίχτες που έχει παίξει, για παιχνίδια, για τουρνουά. Ζει και αναπνέει για αυτό το άθλημα. Είναι ο βετεράνος του αθλήματος, ξέρει όλους τους παίκτες, είναι προπονητής, οι γονείς του εμπιστεύονται το μέλλον των παιδιών τους, έχει το squash.gr, γράφει με πάθος ποδοσφαιρικού ρεπόρτερ σε οπα- δικό μέσο. Το μόνο που σκέφτεται είναι το σκουός. Πέντε λεπτά να μιλήσεις μαζί του καταλαβαίνεις ότι ένα πράγμα που είναι στο μυαλό του είναι αυτό. Ζει για το άθλημα.

Στον επαγγελματικό αθλητισμό, τέτοιο παράδειγμα αφοσίωσης είναι ο Σπανούλης. Και μάλλον δεν είναι καθόλου τυχαίο το που βρίσκονται, αλλά κυρίως το πώς έχουν βρεθεί εκεί. Σε αυτή τη ζωή, κάποιοι έχουν γεννηθεί αστέρια, η ζωή τους ξέρει που λέει ο ποιητής, η προσωπικότητά τους είναι το διαβατήριο σε αυτή τη ζωή, έχουν ένα free pass στα vip. Όλα τα συστήματα ρολάρουν γύρω τους. Είναι τα φαβορί. Οι αγαπημένοι. Και έπειτα υπάρχουν τα αουτσάιντερ. Οι απ’ έξω. Αυτοί πρέπει να κερδίσουν τα πάντα στη ζωή εκατοστό εκατοστό. Βήμα βήμα. Πόντο πόντο. Έχουν μάθει να μάχονται με νύχια και με δόντια. Θα βάλουν τα μεγάλα σουτ, αλλά θα κάνουν και αντιαθλητικά. True grit.

Γιατί το σκουός, όπως όλα τα αθλήματα, παίζεται και εκτός γηπέδου. Δύο οργανωτικοί φορείς, πολλές γνώμες, κινήσεις τακτικής σε ένα άθλημα 100 περίπου ενεργών αθλητών, 4 επαγγελματιών και πολλών ερασιτεχνών που υπάρχουν περισσότερες έριδες από παίχτες. Και αυτή είναι μια πραγματικότητα που επηρεάζει αυτό που γίνεται μέσα στο γήπεδο, από την κλήρωση μέχρι τη θερμοκρασία του γηπέδου και από τη διαιτησία μέχρι το διάστημα ξεκούρασης μεταξύ των αγώνων. Εκεί τα αντιαθλητικά χτυπήματα δίνουν και παίρνουν. Και αν είναι να χαριστείς σε κάποιον για ένα unfair, ποιος θα ήταν αυτός, ο ερασιτέχνης που κάνει το five to seven χόμπι του, ή ο επαγγελματίας που είναι στο γήπεδο και προσπαθεί να βγάλει το ψωμί του;

Οι αθλητές αυτοί είναι που στην πορεία θα κερδίσουν μεγάλους αγώνες, θα ξεσηκώσουν την κερκίδα, θα προκαλέσουν αντι- δράσεις, θα συζητηθούν, θα μισηθούν, θα γίνουν ήρωες, θα γίνουν και κόκκινα πανιά. Αλλά θα αγωνιστούν. Και ο Τζαμαλούκας θα ζήσει και θα πεθάνει με μία ρακέτα. Και το ταλέντο του. Αυτή είναι μια απόφαση που πήρε νωρίς στη ζωή του. Χωρίς να είναι από εύπορη οικογένεια όπως οι περισσότεροι που ασχολήθηκαν με το άθλημα, δεν σκέφτηκε ποτέ την πεπατημένη των 90’s, προτίμησε την περιπέτεια ενός μικρούς αθλήματος. Ζει για το βάθρο, είτε αυτό είναι έναν τουρνουά στα Βαλκάνια, είτε ένα τουρνουά στην Πάτρα. Ζει για τη φωτογραφία με τα κύπελλα, ζει με για τη φωτογραφία με τη φανέλα της Εθνικής. Ζει για να παίζει.

Κώστας Καργιώτης

Αστραπιαίες κινήσεις, γρήγορα αντανακλαστικά, κινητικές δεξιότητες, καλή φυσική κατάσταση, αλλά κυρίως κοφτερό μυαλό που ξέρει να στήνει επιτυχημένες στρατηγικές. Ο Κώστας Καργιώτης εξηγεί τι είναι το squash, ένα άθλημα που κερδίζει όλο και περισσότερους φίλους και αναδεικνύεται σε δημοφιλές.

«Είναι από τα πιο ολοκληρωμένα αθλήματα. Απαιτεί καλή φυσική κατάσταση, τεχνική κατάρτιση, δύναμη, αντοχή και τακτική» εξηγεί ο Καργιώτης. «Είναι ευκολότερο από το τένις, καθώς με 5-10 μαθήματα μπαίνεις στο γήπεδο και παίζεις με συμπαίκτη. Παίζω εδώ και 21 χρόνια. Η πρώτη μου επαφή με το άθλημα ήταν όταν ένας αιγύπτιος γείτονάς μου που είχε ιδιωτικό γήπεδο στο σπίτι του, μας προσκάλεσε να παίξουμε. Ξεκίνησα στα οχτώ, από τα δεκαοχτώ ασχολούμαι με την προπονητική και έχω βάλει τρεις αθλητές στην Εθνική ομάδα ανδρών. Αυτό που με ιντρίγκαρε στο squash είναι ότι σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έχεις να σκεφτείς πολλές επιλογές, να επιλέξεις την καλύτερη και να την εκτελέσεις. Αυτό δε σου αφήνει χρόνο να σκεφτείς κάτι άλλο».

Οι κανόνες μοιάζουν με εκείνους του τένις με τη διαφορά ότι είσαι στον ίδιο χώρο με τον αντίπαλο, δηλαδή δίπλα του. Η μπάλα δεν πρέπει να σκάσει δυο φορές κάτω και το χτύπημα πρέπει να είναι εντός των ορίων του γηπέδου. Είναι υποχρεωτικό να χτυπήσεις τη μπάλα στον μπροστινό τοίχο, καθώς οι πλαϊνοί τοίχοι είναι βοηθητικοί. Παίζονται μάξιμουμ πέντε σετ των έντεκα πόντων, δηλαδή χρειάζονται τρία νικηφόρα σετ για να αναδειχτεί ο νικητής. Δεν χρειάζεται να έχει κανείς ιδιαίτερα προσόντα για να μάθει squash. Για έναν αρχάριο μεγάλης ηλικίας το μόνο που χρειάζεται είναι να έχει όρεξη.

«Είναι τόσο αγχολυτικό που όσοι ξεκινούν, κολλάνε» συνεχίζει ο Κώστας Καργιώτης. «Για ένα νέο αθλητή όμως χρειάζεται δουλειά, κυρίως στην τεχνική κατάρτιση. Όταν έκανα δυνατό πρωταθλητισμό, προπονιόμουν έξι ώρες την ημέρα, έξι μέρες την εβδομάδα. Σταμάτησα στα 21 και έκτοτε προπονώ άλλους και συντηρούμαι έτσι. Οι νεαροί μαθητές μου έχουν φτάσει σε επίπεδο Εθνικής Ελλάδος κι έτσι είναι σαν να κάνω προπόνηση κι εγώ. Λόγω κρίσης, η στήριξη από το κράτος είναι μικρή και οι περισσότεροι καταλήγουν να γίνονται προπονητές σε αρχάριους ενήλικες κυρίως. Καθώς είναι ένα από τα πιο απαιτητικά αθλήματα για το σώμα, αν δεν έχεις το απαραίτητο team από πίσω να σε προσέχει, έχεις ημερομηνία λήξης σαν αθλητής. Μέχρι το 2008 είχαμε ένα με δύο τουρνουά το χρόνο και γίνονταν ειδικές αποστολές ομάδων στο εξωτερικό. Το άθλημα “ανοίχτηκε” όταν οι βετεράνοι παίκτες αποφάσισαν ανεπίσημα να οργανώσουν τουρνουά σε όλα τα κλαμπ της Ελλάδας. Συμμετείχαν σχεδόν 170 άτομα. Η Ελληνική Ομοσπονδία Σκουός έχει αναλάβει να βοηθήσει το άθλημα, μπαίνουν νέα παιδιά στο χώρο, επειδή υπάρχει μοριοδότηση για τις Πανελλήνιες εξετάσεις κι αυτό προσελκύει πολλούς νέους. Το μεγάλο πρόβλημα όμως, είναι η έλλειψη γηπέδων. Θα ήθελα να φτιάξω τη ζωή μου ζώντας από αυτό το άθλημα».

Οι κανόνες μοιάζουν με εκείνους του τένις με τη διαφορά ότι είσαι στον ίδιο χώρο με τον αντίπαλο, δηλαδή δίπλα του

Άνδρέας Χιωτάκης

Ο Ανδρέας Χιωτάκης έπιασε για πρώτη φορά ρακέτα στα 8 του χρόνια. Είχε παίξει ποδόσφαιρο και κολύμπι αλλά όταν αποφάσισε να ασχοληθεί με το σκουός δεν ξαναέφυγε από το παρκέ. Αρκετά σύντομα, στα 18, έπαιξε τον πρώτο του τελικό πρωταθλήματος στην Ελλάδα και 10 χρόνια αργότερα έφτασε το 190 της παγκόσμιας κατάταξης.

Αργότερα, σπούδασε προπονητική, όταν ήταν 32 ετών στην Ελβετία όπου και ξεκίνησε σαν προπονητής. Αργότερα εργάστηκε στην Σουηδία και την Ελλάδα. Το σκουός γι’ αυτόν είναι υπόθεση ζωής. « Έχω αποδεχτεί ότι δεν είναι όσο μεγάλο είναι το τένις,» παραδέχεται, «αλλά προσπαθώ να βοηθήσω στην εξάπλωση του πλέον σαν προπονητής και σαν κατασκευαστής γηπέδων. Επίσης κάνω ότι μπορώ για να υποστηρίξω την Παγκόσμια Ομοσπονδία στην προσπάθεια της να εισέρθει το σκουός στους Ολυμπιακούς Αγώνες επειδή πιστεύω στην προοπτική αυτού του αθλήματος.»

Ταλέντο ή σκληρή δουλειά. Για τον προ- πονητή Χιωτάκη και τα δύο έχουν τη ίδια σημασία. Για να παραμείνει κανείς στην κορυφή ενός τέτοιου απαιτητικού αθλήματος, διανοητικά και σωματικά, πρέπει να βρει τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στα δύο. Αυτό, ωστόσο, θέλει περισσότερη ποιότητα και λιγότερη ποσότητα. «Πλέον υπάρχει μια επανάσταση γύρω από προπονητική, που δεν επικεντρώνεται στην εκπαίδευση για 5, 6, 7 ώρες την ημέρα. Οι συνεδρίες γυμναστικής μου δεν διαρκούν περισσότερο από μια έντονη συνεδρίαση μέχρι 1,5 ώρες και ποτέ λιγότερο από 45 λεπτά έντονης προπόνησης. Τα χρόνια που έκανα πρωταθλητισμό οι συνεδρίες μου ήταν 1 έως 1,5 ώρες το πρωί και μέχρι 1,5 ώρες το βράδυ.»

Η λέξη προπονητής είναι μεγάλη υπόθεση και υπάρχουν πολλές σημαντικές πτυχές σύμφωνα με τον Αντρέα Χιωτάκη: «Δυστυχώς δεν μπορώ να πω ότι έχω γνωρίσει κάποιον που είναι πολύ καλός σε όλες αυτές τις πτυχές. Αλλά, την ίδια στιγμή, είχα ανθρώπους που με βοήθησαν σε όλη την καριέρα μου. Προσωπικά δίνω πλήρη πίστωση σε όλους όσους με βοήθησαν, γιατί χωρίς αυτούς δεν θα ήμουν εδώ που είμαι,» αναφέρει με νόημα. « Φυσικά, ένας καλός προπονητής μπορεί να κάνει τη διαφορά, αλλά ένας πραγματικός προπονητής θα πρέπει να είναι ένας εμπνευστής που θα μείνει κοντά στον αθλητή ψυχικά και ταυτόχρονα θα τον εκπαιδεύσει σωματικά. Δεν πρέπει απλά να δίνουμε σε οποιονδήποτε τον τίτλο ενός προπονητή. Για να είναι κάποιος προπονητής θα πρε πει να το κερδίσει με δουλειά και ταλέντο στην προπονητική.»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *