Μια Κορώνα 19 Καράτια: Ένα παραμύθι για τον Covid19

Κορώνα 19 Καράτια
© Unsplash/Edwin Hooper

Ένα παραμύθι για να μιλήσουμε για όσα ξέρουμε και όσα αγνοούμε. Για να μιλήσουμε στα παιδιά μας για τον Covid19 μέσα από ένα παραμύθι. Από τη Μαριάννα Αντωνακάκη, δημιουργό του NowLetsPlay®.

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα βασίλειο, μακρινό και κοντινό, ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα απέκτησαν δύο δίδυμα κοριτσάκια. Το βασιλικό ζευγάρι ήταν τόσο χαρούμενο με το δώρο αυτό, που θα συμπλήρωνε την οικογένειά τους και θα έδινε στο βασίλειο ελπίδα και διαδοχή στο στέμμα.

Σε κάθε Βασίλειο ο Βασιλιάς έπρεπε να αποκτήσει παιδιά. Να αφήσει το θρόνο του όταν μεγαλώσει και να συνεχίσει κάθε υπήκοος του να ζει με ασφάλεια και ευημερία.

Η Βασίλισσα ήταν πολύ ευτυχισμένη.
Ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση και είχε έναν σπουδαίο προορισμό πια στη ζωή της. Τα κοριτσάκια της ήταν το μέλλον. Ήθελε με κάθε τρόπο να προσφέρει στις κόρες της όλα εκείνα τα εφόδια, τη γνώση, τις εμπειρίες καθώς και την αγάπη για να γίνουν σπουδαίες γυναίκες και ικανές Πριγκίπισσες.

Ένα πρωινό η βασίλισσα ξύπνησε πολύ ανήσυχη.
Ανάστατη όπως ήταν άφησε το βασιλικό της δωμάτιο και έτρεξε να δει τα μικρά της κορίτσια, που μοιράζονταν ένα φωτεινό διαμέρισμα στην ανατολική πλευρά του παλατιού μαζί με τις νταντάδες, που τις φρόντιζαν.
Η βασίλισσα άνοιξε με ταραχή την πόρτα κι έτρεξε πάνω από τα κρεβάτια των κοριτσιών.

«Τι συμβαίνει μεγαλειότατη;» ρώτησε η νταντά;

«Τίποτα, τίποτα» απάντησε εκείνη. «Είχα μια ανησυχία, όμως, βλέπω πως όλα είναι μια χαρά».

Χάιδεψε απαλά τα κεφαλάκια των μικρών και έγνεψε με χαμόγελο στη νταντά. «Ετοίμασε τις όταν ξυπνήσουν και φέρτις στην τραπεζαρία.»

Η νταντά όμως ήταν πολύ σοφή κι έμπειρη. Αγαπούσε πολύ τη βασιλική οικογένεια. Η ίδια ήταν από παιδί στο παλάτι. Ήταν κόρη της νταντάς του Βασιλιά και είχε εκπαιδευτεί κι η ίδια στην ανατροφή του, όπως και στην ανατροφή των αδερφών του. Αγαπούσε πολύ τη βασίλισσα κι ήξερε τη λαχτάρα της να φέρει στον κόσμο υγιείς διαδόχους για το θρόνο. Ήξερε πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τη βασίλισσα εκείνο το πρωινό.

Συνοδεύοντας τη βασίλισσα μέχρι τα ιδιαίτερα διαμερίσματά της, φρόντισε με πολύ ήρεμη και γλυκιά φωνή να τη ρωτήσει πάλι…

«Μεγαλειοτάτη, τι σας απασχολεί; Μπορείτε να το μοιραστείτε μαζί μου».

«Καλή μου σε ευχαριστώ που ρωτάς, μα πραγματικά δεν έχω κάτι να σου πω. Ξύπνησα σήμερα το πρωί με μια αδιόρατη ανησυχία. Μια αγωνία. Ίσως κάποιο όνειρο που δε θυμάμαι, μου άφησε αυτήν την αίσθηση», απάντησε η Βασίλισσα.

«Είναι μια μεγάλη Πανσέληνος απόψε, Μεγαλειοτάτη. Είναι η ίδια μέρα που έχουν γεννηθεί πολλοί βασιλείς και που έχουν δυναμώσει πολλά βασίλεια. Είναι όμως και μέρα που έχουν γίνει πολλές καταστροφές», είπε η νταντά με πρόθεση να ρίξει το βάρος σε κάτι έξω από αυτά που μπορεί η Βασίλισσα να ελέγξει.

«Δεν τα πιστεύω αυτά. Πάντα στον κόσμο έρχονται καλά και κακά. Ετοίμασε τις μικρές», είπε η Βασίλισσα καθώς απομακρυνόταν προς τα διαμερίσματά της.

«…Η επόμενη τέτοια μέρα θα είναι σε 15 χρόνια», είπε χαμηλόφωνα η νταντά των διδύμων και έσφιξε τα δυο της χέρια στο στήθος.

Τα χρόνια πέρασαν. Η ζωή στο Βασίλειο κυλούσε με ευημερία. Ο Βασιλιάς κατακτούσε όλο και περισσότερη γη, το Βασίλειό του μεγάλωνε. Πλούτος έρεε στους υπηκόους του. Νέες επιχειρήσεις φτιάχνονταν, καινούργια μαγαζιά άνοιγαν. Οι επιστήμονες ανακάλυπταν καινούργια γνώση και οι καλλιτέχνες προχωρούσαν με τις τέχνες τους φροντίζοντας την αισθητική και την ευζωία στο βασίλειο.

Όλα έδειχναν να είναι σαν από παραμύθι.

Όμως και τα παραμύθια από τι να είναι φτιαγμένα; Ποια υλικά έχουν και ποια υλικά δε θα έμπαιναν ποτέ στη συνταγή τους;

Η Βασίλισσα και εκείνο το πρωί είχε ξυπνήσει μια ιδιαίτερη ταραχή. Μια πρωτόγνωρη ένταση.

Ο Βασιλιάς είχε μόλις γυρίσει από μια σειρά μάχες, που τον είχαν κάνει ακόμη πιο δυνατό.

Στο τραπέζι δίπλα της ήταν δώρα, που της είχε φέρει από τις μακρινές πολιτείες που ήταν.

Όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά.

Η Βασίλισσα είχε μείνει εκεί. Καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού της προσπαθώντας να καταλάβει τι της συμβαίνει.

Χάθηκε για λίγο στις σκέψεις της, βυθίστηκε στο εσωτερικό της βασίλειο.

Φωνές την έκαναν να αντιληφθεί πόσο είχε απορροφηθεί.

«Μητέρα, μητέρα…».

Γύρισε το κεφάλι και είδε στην άκρη του δωματίου τις δίδυμες.

Η Μάγια και η Εύα. Οι Πριγκίπισσες, οι πανέμορφες κόρες της και το καμάρι του Βασιλείου.

«Μα καλά, ακόμη δεν έχετε ετοιμαστεί Μεγαλειοτάτη,» είπε η Εύα και έσκασε στα γέλια.

«Φυσικά…» είπε η Μάγια. «Η Εξοχότητά της, ξενυχτά κεντώντας και το πρωί κοιμάται».

Γέλια γέμισαν το δωμάτιο.

«Μα πότε θα ετοιμαστεί η Εξοχότητά σας επιτέλους;» είπε με διάθεση να πειράξει τη μητέρα της η Μάγια, «Είχαμε πει πως σήμερα θα πηγαίναμε στο δάσος. Έχουν φυτρώσει τα τρίχρωμα τριαντάφυλλα και είχαμε υποσχεθεί στο Βασιλιά πως θα του φέρναμε εμείς τα πρώτα της χρονιάς.»

«Έχετε δίκιο. Αυτό είχαμε συμφωνήσει. Όμως δεν αισθάνομαι πολύ καλά. Τίποτα το ανησυχητικό. Αλλά μάλλον δε θα μπορέσω να σας συνοδεύσω. Ειδοποιείστε τη φρουρά να σας ακολουθήσει. Θα ξαπλώσω και θα σας περιμένω ξεκούραστη όταν επιστρέψετε με τα τρίχρωμα τριαντάφυλλα να τα προσφέρουμε στον Πατέρα σας», είπε η βασίλισσα χαμογελώντας στις κόρες της.

Αυτό το σφίξιμο στο στήθος της ήταν μια ακατανόητη μα και περίεργα οικεία αίσθηση.

Η Μάγια κι η Εύα, έφυγαν. Έφτασαν στα βάθη του δάσους, εκεί όπου ανθούν εκτάσεις ολόκληρες από πανέμορφα τριαντάφυλλα που έχουν τρία διαφορετικά χρώματα σε κάθε τους πέταλο.

Η ομορφιά τους και το άρωμά τους ήταν πέρα από κάθε περιγραφή.

Στο παρελθόν πολλοί βοτανολόγοι είχαν δοκιμάσει να μεταφυτεύσουν τα υπέροχα αυτά τριαντάφυλλα στο βασίλειο. Είχαν δοκιμάσει πολλούς τρόπους, με διάφορες τεχνικές σε κάθε λογής έδαφος, αλλά τίποτα. Τα τριαντάφυλλα δεν ήθελαν να πιάσουν σε καμία άλλη γη πέρα από τη δική τους.

«Μάγια… Με ακούς;»

Η Μάγια είχε χαθεί μέσα στα χρώματα. Κόκκινα, ροδιά, πορτοκαλί, βαθύ μωβ, μαζί με λιλά, ροζ και μπλε του κοβαλτίου, βεραμάν και καρμίνες ενώνονταν σε μια τέχνη πέρα από ανθρώπινο χέρι. Και το άρωμα. Ω θεέ μου, αυτό το άρωμα. Μεθυστικό. Απαλό σα χάδι. Σα να σου φυσά στο πρόσωπο κάποιος λέξεις αγάπης και φροντίδας. Σα ψίθυρος σε κάθε κύτταρο, που θα θυμάται για πάντα αυτή τη μελωδία από μυρωδιές.

«Μάγια!» Φώναξε πολύ δυνατά η Εύα. «Σου μιλάω τόσην ώρα.»

«Ναι δε σε άκουσα. Χάθηκα για λίγο».

«Ναι τέλος πάντων. Σου μιλούσα, νόμισα πως με ακούς. Είναι η τελευταία φορά, που ερχόμαστε μαζί εδώ στο δάσος με τα τρίχρωμα τριαντάφυλλα. Του χρόνου μια από τις δυο μας θα πρέπει να έχει βρει τον πρίγκιπα της. Κάνουμε πως δεν το θυμόμαστε, αλλά ξέρω πως το σκέφτεσαι και εσύ. Είναι η τελευταία φορά που είμαστε μαζί εδώ. Όποια διαλέξει το Συμβούλιο για να πάρει το θρόνο δε θα έρθει ποτέ ξανά στο δάσος με τα τριαντάφυλλα και όποια μείνει θα μπορεί να έρχεται με πολλούς περιορισμούς και σίγουρα μόνη της, χωρίς την αδερφή της».

«Φοβάσαι κάτι; ρώτησε η Μάγια με τη σειρά της. Υπάρχει κάτι που φοβάσαι αν γίνεις βασίλισσα;»

«Πολλά φοβάμαι. Αλλά όχι για την εξουσία. Φοβάμαι πως μετά δε θα μπορώ να ζωγραφίζω. Δεν επιτρέπεται σε καμία βασίλισσα στον κόσμο να ζωγραφίζει».

«Κι εγώ αυτό που φοβάμαι», συνέχισε η Μάγια, «είναι πως πια δε θα μπορώ να κατεβαίνω στις κουζίνες του παλατιού κρυφά και να μαγειρεύω. Δε θα μπορώ να κάνω πια τυρόπιτες, ούτε τάρτες από αγριοκέρασα. Δε θα μπορώ να πετάω πια αλεύρι στο κεφάλι του γερο Μαξ όταν θα μου δείχνει πως να φιλετάρω το ψάρι ή πως να φτιάχνω λικέρ. Δε θα μπορώ καν να τρώω. Το ξέρεις; Θα πρέπει να δοκιμάζει άλλος το φαγητό μου πρώτα. Εσύ θα μπορείς να ζωγραφίζεις έστω κρυφά και να τα καις στο τζάκι, ή να βάζεις ξένη υπογραφή εγώ όμως δε θα μπορέσω ποτέ ξανά να δοκιμάζω γεύσεις».

Ξαφνικά τα κορίτσια, έριξαν τους ώμους τους και έπεσε μια μικρή σιωπή για λίγο.

Βυθίστηκαν και πάλι στις σκέψεις τους και έτσι απορροφημένες που ήταν δεν πρόσεξαν πως κρυμμένοι πίσω από τα δένδρα ήταν τρεις παράξενοι τύποι.

Τρεις τύποι πραγματικά αλλόκοτοι.

Είχαν παράξενα χαρακτηριστικά στα πρόσωπά τους, είχαν πολύ κοντό λαιμό, μεγάλα χέρια και πόδια αν και αδύνατα, μάτια σαν μια ευθεία γραμμή και μια τεράστια κοιλιά.

Φορούσαν μεγάλα καπέλα με διάφορα μπιχλιμπίδια και και το βλέμμα τους ήταν επίμονο και σχεδόν υπνωτικό.

Η Μάγια κι η Εύα δεν είχαν δει πως ήταν ώρα εκεί.

Εκείνοι είχαν ακούσει όλη τη συζήτηση και είχαν αποφασίσει το επόμενο βήμα τους. Καθώς έστρωναν τα ρούχα τους και ήταν έτοιμοι να ξεμυτίσουν, η φωνή της νταντάς των κοριτσιών ανέκοψε τη φόρα τους.

«Μάγια, Εύα, ελάτε. Σιγά σιγά πρέπει να επιστρέφουμε στο παλάτι. Έχει γεμίσει πάνω από 10 καλάθια τριαντάφυλλα η αφεντιά σας, Πριγκίπισσες μου, ο πατέρας σας θα είναι πολύ ευχαριστήμενος».

«Αχ καλή μου Άλις, γέρασες μου φαίνεται», είπε τρυφερά η Μάγια. «Δεν είναι ακόμη το δειλινό. Έχουμε πολλές ώρες μέχρι να αρχίσει να βασιλεύει ο ήλιος».

«Ναι έχετε δίκιο πριγκίπισσα Μάγια. Όμως σήμερα δεν είναι μια τυχαία μέρα».

«Φυσικά και δεν είναι», διέκοψε με πειρακτικό και γλυκό ύφος η Εύα.

«Είναι η πρώτη ανθοφορία των τρίχρωμων τριαντάφυλλων, γι’ αυτό είμαστε εδώ».

«Σήμερα», είπε με σοβαρό ύφος η νταντά, «είναι η τρίχρωμη Σελήνη. Πρώτη φορά σε 100 χρόνια συμπίπτει με την ανθοφορία στο δάσος με τα τριαντάφυλλα και αυτό το φαινόμενο στο φεγγάρι επαναλαμβάνεται μια φορά στα 15 χρόνια. Οι παλιοί λέγανε πως είναι ευκαιρία να ανθίσει εύκολα κάθε καλό και κάθε κακό. Θα ήθελα να είμαστε σε μια ώρα πίσω στο παλάτι, ετοιμαστείτε».

«Πάει, γέρασε κι αυτή κι άρχισε τις παλαβομάρες», είπε η Μάγια. «Θα χάσουμε και τη λογική μαζί με τη μαγειρική».

«Μην την αποπαίρνεις», είπε η Εύα «μας αγαπά και γιαυτό ανησυχεί. Ας μείνουμε λίγο ακόμη, είναι η τελευταία φορά που είμαστε μαζί όλες. Θα πάω να την πείσω, μείνε εδώ εσύ».

Η Μάγια είχε γεμίσει τα χέρια της με μια αγκαλιά από τριαντάφυλλα. Συνέχισε να μαζεύει μέχρι που κάπου πιάστηκε το φόρεμά της και άκουσε να σκίζεται το ύφασμα.

«Δεσποινίς μου χαίρεται», ακούστηκε σα σε χορωδία ο χαιρετισμός.

«Επιτρέψτε μας να συστηθούμε. Είμαστε ο Γογκ, ο Βαγκ και ο Λεμπ.  Ερχόμαστε από πολύ μακριά, από μια χώρα πολύ μακρινή και βρεθήκαμε στο καταπληκτικό σας Βασίλειο. Ταξιδεύαμε μερόνυχτα και κουρασμένοι αποκοιμηθήκαμε στη σκιά από τις υπέροχες τριανταφυλλιές. Όταν ξυπνήσαμε δεν ξέραμε τι να θαυμάσουμε περισσότερο, εσάς, την υπέροχη αδερφή σας ή τα τριαντάφυλλα…».

Η Μάγια είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Ποτέ ξανά στη ζωή της δεν είχε δει να μιλούν μαζί τρεις σαν να είναι ένας, ούτε και κάποιος της είχε κάνει τόσα πολλά κομπλιμέντα.

Η Μάγια δεν ήξερε τι να πει.

Ήταν απαγορευτικό μια πριγκίπισσα να μιλάει με τον οποιονδήποτε αν δεν ήταν ασφαλές. Απορούσε αν αυτοί οι τρεις τύποι με τα αλλόκοτα ονόματα και τα γραμμικά μάτια ήταν καλοί ή κακοί.

Σίγουρα όμως ήταν αστείοι.

Όταν επέστρεψε η Εύα με την έγκριση της νταντάς τους να μείνουν λίγο ακόμη, βρήκε τη Μάγια να κακαρίζει.

Πριν προλάβει καν να αντιδράσει, η Μάγια, της σύστησε τον Γογκ, τον Βαγκ και τον Λεμπ και της έγνεψε να καθίσει δίπλα τους.

Μέσα στην ώρα που ακολούθησε οι πέντε τους πρόλαβαν να γνωριστούν, να μιλήσουν για τη ζωή τους και για τις σκέψεις τους.

Όταν ήταν η στιγμή να φύγουν οι δίδυμες πριγκίπισσες υποσχέθηκαν να βρουν τρόπο να προσκαλέσουν στο παλάτι τους τρεις νέους τους φίλους.

Στην επιστροφή προς το παλάτι δεν μιλούσαν πολύ.

«Ξέρεις», είπε η Μάγια, «αυτοί οι τύποι μπορεί και να γνωρίζουν κάτι που να μας βοηθήσει να μη χάσουμε αυτά, που μας αρέσουν».

«Μπορεί», απάντησε σκεπτική η Εύα. «Ας κάνουμε μια ευχή απόψε. Η νταντά μας είπε πως απόψε κάθε ευχή μπορεί να βγει αληθινή».

Την ίδια ώρα, κάτω από το πολύ δυνατό φως της Σελήνης οι τρεις αλλόκοτοι τύποι με τα γραμμικά μάτια, τα μεγάλα χέρια και τον μικρό λαιμό κατέστρωναν τα μοχθηρά σχέδιά τους.

«Λοιπόν» είπε ο Γογκ, «ακούστε με, αυτή είναι η πιο μεγάλη ευκαιρία που έχω. Εεεεε που έχουμε εννοώ. Η στιγμή που όλη μου τη ζωή περίμενα. Που περιμέναμε εννοώ. Θα γίνω γνωστός. Θα γίνουμε εννοώ. Θα με μάθει όλος ο κόσμος, θα γίνω διάσημος, θα γίνουμε εννοώ. Καταλάβατε;»

«Όχι», είπαν με μια φωνή ο Βαγκ κι ο Λεμπ, ισιώνοντας τα καπέλα τους.

«Λοιπόν ακούστε. Θα φορέσουμε τα καλά μας ρούχα και την κορώνα από χρυσό 19 καράτια».

«Μα η Κορώνα είναι μία», είπε ο Βαγκ. «Πώς θα την φορέσουμε κι οι τρεις;»

«Αγαπητέ μου αδερφέ», είπε ο Γογκ με πονηρό χαμόγελο, «θα θυσιαστώ για σας. Προτείνω να ζητήσετε σε γάμο τις πριγκίπισσες. Θα ζήσετε με δύο πολύ όμορφα κορίτσια, τα οποία έχουν τόσα πλούτη που θα μπορείτε να ξοδεύετε χωρίς να σας νοιάζει. Θα πούμε στον πατέρα τους πως είμαστε από μια πολύ πολύ μακρινή χώρα. Θα πούμε πως είμαστε εκεί οι μέλλοντες βασιλείς, οι πρίγκιπες, πως ο πατέρας μας είναι ο Βασιλιάς στην πιο μεγάλη και στην πιο πολυπληθή χώρα του πλανήτη και πως για να έρθουμε από κει περπατούσαμε 333 μέρες σερί».

«Γιατί να τα πούμε αυτά;» ρώτησε με αφέλεια ο Λεμπ.

«Γιατί έτσι ανόητε θα κερδίσουμε την εύνοια του. Θα νομίσει πως είμαστε πολύ σπουδαίοι και θα κολακευτεί, που ήρθαμε από την πιο δυνατή χώρα του κόσμου για να ζητήσουμε σε γάμο τις κόρες του».

«Μα ο Βασιλιάς αυτός είναι έξυπνος άνθρωπος και έχει πολλή δύναμη, δε θα έχει ίσως ανάγκη να του πουλήσουμε κι άλλη υπόσχεση δύναμης», είπε ο Βαγκ.

«Ίσως» απάντησε ο Γογκ ισιώνοντας το καπέλο του. «Αλλά, θα θέλει να κάνει ακόμη πιο δυνατό το βασίλειο για τις κόρες του, τους διαδόχους του θρόνου. Εσείς θα πάρετε τις κόρες και την περιουσία και εγώ θα πάρω την εξουσία και τη δύναμη, εγώ θα γίνω γνωστός. Αυτό που περίμενα όλη μου τη ζωή θα γίνει επιτέλους. Θα φορέσω την Κορώνα με τα 19 καράτια και θα με μάθει όλος ο κόσμος», είπε κι έτριβε τα χέρια του από ικανοποίηση.

Εκείνο το αλλόκοτο βράδυ, σε κείνους τους αλλόκοτους τύπους συνέβη κάτι αλλόκοτο, που έμελλε να αλλάξει για πάντα τον κόσμο και για αυτούς που είχαν ευχηθεί να αλλάξουν όλα και για αυτούς που είχαν φοβηθεί μήπως αλλάξουν όλα.

Η τρίχρωμη σελήνη κατέβηκε τόσο κοντά που βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Γογκ.

Σα σε όνειρο, οι δυο τους άρχισαν να καταστρώνουν ένα σχέδιο που θα γινόταν το μεγαλύτερο μάθημα στην ιστορία της ανθρωπότητας.

«Άκουσα πως θες να γίνεις γνωστός σε όλους, σε κάθε έναν άνθρωπο που κατοικεί αυτή τη γη», είπε η Σελήνη στον Γογκ.

«Ναι, το θέλω όσο τίποτα».

«Και για ποιο λόγο αυτό είναι σημαντικό για σένα;»

«Διότι θα με κάνει τον πιο δυνατό και τον πιο σπουδαίο στον κόσμο. Θα μου εκπληρώσεις αυτή την ευχή;»

«Πραγματικά, τι σε νοιάζει πιο πολύ;»

«Να γίνω γνωστός. Στο είπα αυτό».

«Για κάθε μας απόφαση, για κάθε σκέψη και δράση υπάρχει μια τεράστια ευθύνη. Αν σου δώσω το δώρο της φήμης, της απέραντης αναγνωρισιμότητας θα αλλάξουν πολλά πράγματα για σένα και για τους άλλους. Κλείσε τα μάτια σου κι εστίασε μέσα σου είναι πράγματι αυτό που θες πιο πολύ;»

«Ναι ναι, μα τα χίλια φεγγάρια. Έχω κουραστεί πολύ. Έχω προσπαθήσει πολύ, έχω κάνει τόσες θυσίες, που μου αξίζει να γίνω ο πιο διάσημος στον κόσμο. Να με μάθουν όλοι. Όλες και όλοι. Μικροί και μεγάλοι. Πλούσιοι και Φτωχοί. Βασιλείς και απλοί άνθρωποι, σε κάθε μέρος της γης, όποια γλώσσα κι αν μιλάνε, όποιο θεό κι αν πιστεύουν, ότι και να ξέρουν ή να μην ξέρουν, να με μάθουν όλοι. Να είμαι ο Βασιλιάς με την Κορώνα από 19 καράτια. Όλοι να γονατίσουν στη φήμη μου. Όλοι.»

«Πολύ καλά,» είπε η Σελήνη. «Σε λίγο θα έρθει η Αυγή και θα πρέπει να φύγω. Στο πρώτο φως του ήλιου η ευχή σου θα αρχίσει να υλοποιείται. Όλοι θα γονατίσουν μπροστά σου. Κι όσοι σε ξέρουν θα γονατίσουν. Και όσοι δε σε ξέρουν θα γονατίσουν. Θα γίνεις πολύ ισχυρός που κανείς σχεδόν δε θα μπορεί να σε νικήσει. Όποιος κι αν σε πολεμήσει εσύ θα είσαι πολύ δυνατός, μέχρι οι άνθρωποι μέσα από τη δική σου ιστορία να μάθουν για την ευθύνη της φήμης, για τη δύναμη, που δίνουν και σε ποιον, μέχρι οι ίδιοι να καταλάβουν πως εσύ είσαι ένα από κείνους και κείνοι ένα κομμάτι δικό σου.

Θα πάρει ζωή το ξόρκι μου και, θα σε κάνει ανίκητο εσένα και την κορώνα σου, τούτο το μαγικό.

Το πρωί οι άνθρωποι θα ξυπνήσουν σε έναν κόσμο που δεν αγαπούν και πια δε φροντίζουν. Θα καταλάβουν τι χάιδευε και τι αγκάλιαζε την ψυχή τους όταν δε θα το έχουν πια. Θα μάθουν να μοιράζονται με άλλους τρόπους και τα καλά και τα κακά. Και εσύ θα είσαι η καταδίκη της στείρας φήμης. Θα είσαι η φήμη της διασημότητας αλλά κανείς πια δε θα θέλει τέτοια φήμη. Κανείς δε θα θέλει να είναι έτσι γνωστός».

«Αααααα τράβα αλλού να κάνεις τα μαθήματά σου» είπε θυμωμένος ο Γογκ ο οποίος έβλεπε το όνειρο του να πλησιάζει, να είναι πιο κοντά από ποτέ.

«Θα γίνω γνωστός», έλεγε και ξανάλεγε, «θα γίνω γνωστός…».

«Θα γίνεις γνωστός ναι», έλεγε με φωνή μεθυστική και υπνωτική η Σελήνη με τα 3 χρώματα. «Θα γίνεις γνωστός  ω ναι… θα είσαι η Κορώνα 19 καρατίων. Αλλά θα πρέπει να δεχτείς κάτι..»

«Ζζζζ μμμμμ ναι ναι», ψέλλισε μέσα στον ύπνο του ο Γογκ κρατώντας την Κορώνα σφιχτά στο κεφάλι του. «Ότι θες. Αρκεί να γίνω διάσημος».

«Θα έχεις 3 εχθρούς, που θα σε πολεμάνε κι όταν οι άνθρωποι μάθουν το μάθημά τους, ίσως να σε νικήσουν…»

«Ζζζζζ μμμμ ναι μμμμμμ ας είμαι διάσημος εγώ και βασιλιάς με την Κορώνα και σκασίλα μου. Μμμμμ…»

«Ο πρώτος σου εχθρός είναι τα παιδιά. Όλα τα παιδιά του κόσμου που δε θα σου ανοίξουν εύκολα την πόρτα. Ο δεύτερος εχθρός σου είναι το σαπούνι. Κάθε φορά που θα σε πλησιάζει το καθαρό του σαπουνιού θα νικιέσαι αλύπητα. Και ο τρίτος σου εχθρός θα είναι η αγάπη. Όποιος γονατίσει στην αγάπη είναι πιο δυνατός από αυτόν που γονάτισε στη φήμη».

«Σύμφωνοι»; ρώτησε η Σελήνη με τα τρία χρώματα;

«Ζζζζζ ναι ναι, φύγε τώρα» είπε κοιμισμένος ο Γογκ, «έρχεται ο ήλιος, θα γίνω γνωστός θα είμαι μια Κορώνα 19 καράτια».

Η Σελήνη άρχισε να πηγαίνει προς την άλλη πλευρά για να δώσει τη θέση της στον ήλιο. Καθώς έπαιρνε τη διαδρομή της επιστροφής, είδε πίσω από μια τριανταφυλλιά, πολύ κοντά από κει που κοιμόταν ο Γογκ με τον Βαγκ και τον Λεμπ να στέκει με ορθάνοιχτα τα μάτια της η Μυρτώ.

Το κοριτσάκι του αρχιβοτανολόγου του παλατιού που ακόμη έψαχνε τρόπο να μεταφυτεύσει τις τριανταφυλλιές στο παλάτι.

Η Μυρτώ ξεκινούσε τη μέρα της αξημέρωτα και είχε ακούσει όλη τη συζήτηση.

Ο πρώτος εχθρός της Κορώνας από 19 Καράτια ήταν εκεί.

Η Μυρτώ έτρεξε με όλη της δύναμη να πει στον μπαμπά της τι είχε ακούσει.

Τα έλεγε τόσο γρήγορα και δραματικά όλα, χωρίς ανάσα, που ο μπαμπάς της δεν μπορούσε να καταλάβει…

Ήταν πολύ καλός γονιός ο αρχιβοτανολόγος του παλατιού.

Δεν ήταν σίγουρος αν η Μυρτώ είχε βγάλει όλη αυτή την παλαβή ιστορία από το νου της ή αν του έλεγε την αλήθεια, μα αυτό που δε μπορούσε να αμφισβητήσει ήταν πως η μικρή, ένιωθε ότι έλεγε, σα να ήταν όντως αλήθεια.

«Για ήρεμησε Μυρτώ» της είπε ο αρχιβοτανολόγος του παλατιού. Έβγαλε από την τσέπη του ένα ματσάκι λεβάντα. Το έτριψε στη χούφτα του και της το έδωσε να το μυρίσει. Μόλις η κόρη του ηρέμησε, της ζήτησε να του πει ακριβώς τι είχε ακούσει.

Όταν η Μυρτώ ολοκλήρωσε τις περιγραφές της, επέστρεψαν σπίτι.

Δεν είχε κανείς όρεξη να ασχοληθεί με τις μεταφυτεύσεις, ούτως ή άλλως ήταν ένα εγχείρημα, που δεν είχε πετύχει εδώ και πολλά χρόνια.

Οι μέρες περνούσαν κι η Μυρτώ έλεγε σε όλους της τους φίλους τι είχε ακούσει.

Δεν την πίστευε κανείς.

Οι γονείς της είχαν αρχίσει να νιώθουν άβολα και να φοβούνται πως ο Βασιλιάς θα έδιωχνε το βοτανολόγο από το παλάτι, γιατί η κόρη του έλεγε περίεργες ιστορίες.

Πέρασε κιόλας ένας μήνας και στο παλάτι είχαν μεγάλες χαρές.

Οι δίδυμες κόρες παντρεύονταν δυο πρίγκηπες από ένα μακρινό βασίλειο.

Η δύναμη του πατέρα τους ήταν τόσο μεγάλη, που οι νέοι αυτοί ταξίδευαν έναν χρόνο με τα πόδια για να φτάσουν στο παλάτι και να ζητήσουν το χέρι της Πριγκίπισσας Μάγια και της Πριγκίπισσας Εύας.

Οι ετοιμασίες στο παλάτι ήταν άνευ προηγουμένου.

Όλοι δούλευαν πυρετωδώς.

Το βασιλικό ζεύγος έπλεε σε πελάγη ευτυχίας.

Η Μάγια κι η Έυα δεν χρειαζόταν πια να ανησυχούν για την τέχνη και τα χόμπυ τους, καθώς οι μέλλοντες σύζυγοί τους είχαν βάλει όρο στο βασιλιά να μπορούν τα κορίτσια να ασκούν την τέχνη τους και να εμπνέουν κάθε νέο άνθρωπο στο βασίλειο.

Όλα έδειχναν καλύτερα κι από καλά.

Η μόνη που ήταν σαν το αγρίμι στο κλουβί ήταν η Μυρτώ, η κόρη του αρχιβοτανολόγου.

Οι γονείς δούλευαν πολύ για τους στολισμούς του γάμου κι έτσι η Μυρτώ περνούσε πολύ χρόνο με τον φίλο της από το σχολείο, τον Γιαν.

Ήταν ο γιος του σαπονοποιού στο βασίλειο. Ο μπαμπάς της Μυρτούς προμήθευε τον μπαμπά του Γιαν βότανα κι αρωματικά για να μοσχοβολούν τα σαπούνια του.

Εκείνο το απόγευμα η Μυρτώ είπε στον Γιαν όλη την ιστορία.

Από την αρχή ως το τέλος.

Περίμενε να την αμφισβητήσει και να την κοροϊδέψει, όμως εκείνος όχι μόνο την πίστεψε αλλά της πρότεινε να φτιάξουν μυστικά σαπούνια σε σχήμα καρδιάς από το άρωμα των τρίχρωμων τριαντάφυλλων και να τα αποθηκεύουν για όταν χρειαστεί να αντιμετωπίσουν αυτόν τον άγνωστο εχθρό.

Το βράδυ του γάμου έφτασε και στο παλάτι η χαρά και οι εορτασμοί ήταν μεγάλοι.

Το γλέντι του γάμου θα κρατούσε μέρες ολόκληρες καθώς θα έφταναν καλεσμένοι από κάθε μέρος της γης.

Ανάμεσα όμως στους χιλιάδες καλεσμένους θα ερχόταν κι ο Γογκ, φορώντας όλη του την μεγαλομανία καθώς και την Κορώνα από χρυσό 19 Καράτια.

Κανείς δεν ήξερε τι θα γινόταν από κείνο το γλέντι και μετά. Κανείς δε μπορούσε να το φανταστεί.

Οι γαμήλιοι εορτασμοί στο παλάτι κράτησαν 11 μέρες κι 11 νύχτες.

Ο Γογκ μοίραζε ιστορίες, φιλιά, αγκαλιές κι ευχές σε όλους.

Χαιρετούσε έναν έναν όλους τους καλεσμένους του γάμου, ακόμη και τα αδέρφια του τον Λεμπ και τον Βαγκ, τις Πριγκίπισσες Μάγια και Εύα, το Βασιλιά, τη Βασίλισσα, τους άλλους υψηλούς προσκαλεσμένους, τους νέους, τους γέρους, τα παιδιά, τους κυρίους, τις κυρίες, ακόμη και τους μάγειρες επισκεπτόταν στις κουζίνες και τους έκανε δήθεν σφιχτές αγκαλιές και τους έσφιγγε το χέρι από εκτίμηση.

Η Μυρτώ με τον Γιαν ήταν οι μόνοι, που δεν πάτησαν στο γλέντι των 11 ημερών.

Έφτιαχναν σαπούνια σε σχήμα καρδιάς, με άρωμα από τρίχρωμα τριαντάφυλλα και τα έκρυβαν σε διάφορα σημεία στο βασίλειο.

Όταν τελείωσαν τα γλέντια κι οι γιορτές ήρθαν τα σύννεφα.

Την 14η μέρα, 3 μέρες μετά τη λήξη των εορτασμών κι ενώ οι πιο πολλοί καλεσμένοι επέστρεφαν στις χώρες τους ή είχαν ήδη φτάσει όλο και πιο πολύς κόσμος αρρώσταινε.

Σε κάθε πόλη, σχεδόν σε κάθε σπίτι κάποιος ήταν άρρωστος.

Βήχας, συνάχι, πυρετός, πόνος στο λαιμό και δυσκολία στην αναπνοή.

Έτρεχαν οι γιατροί κι οι νοσοκόμες να γιατρέψουν όσο πιο πολύ κόσμο μπορούσαν μα η κατάσταση γινόταν όλο και πιο δύσκολη.

Τα νοσοκομεία γέμιζαν.

Κανένα φάρμακο δεν ήταν ικανό να ρίξει τον τόσο υψηλό πυρετό.

Κάθε μέρα καινούργιοι άρρωστοι έτρεχαν στα νοσοκομεία.

Όλοι είχαν κολλήσει από τον Γογκ με την Κορώνα των 19 καρατίων.

Όλοι μιλούσαν για αυτήν την Κορώνα των 19 καρατίων και τον τύπο με το σαρκαστικό χαμόγελο, τα μεγάλα χέρια, τον κοντό λαιμό και αλλόκοτο βλέμμα.

Σε όλα τα κράτη, σε κάθε σημείο του κόσμου, σε κάθε χώρα, μιλώντας κάθε γλώσσα δεν υπήρχε τίποτα πιο γνωστό από τον τύπο με την Κορώνα των 19 καρατίων.

Στο βασίλειο, μετά από το παλάτι, αρρώσταιναν σιγά σιγά όλοι.

Πρώτα το βασιλικό ζεύγος, μετά οι Πριγκίπισσες Μάγια και Εύα, ακόμη κι οι σύζυγοί τους ο Λεμπ κι ο Βαγκ.

Ο Γογκ με την Κορώνα των 19 καρατίων δεν είχε εξαιρέσει κανέναν.

Ήταν πολύ γνωστός.

Ήταν ο πιο γνωστός στην ιστορία όλων των βασιλείων.

Η μεγαλομανία του δεν είχε σταματήσει όμως.

Έχοντας αποσυρθεί σε ένα ξεχασμένο από τον μαζικό πυρετό ανάκτορο, μάθαινε τα νέα κι ονειρευόταν τη στιγμή, που δε θα είχε μείνει ούτε ένας άνθρωπος που να μην έχει αυτόν τον πυρετό, που να μη βήχει και να μην πονάει ο λαιμός του πολύ, τόσο πολύ σα να έχει καταπιεί μαχαίρια.

Όλοι όσοι αρρώσταιναν είχαν μέσα τους το μικρόβιο που έμοιαζε με  κορώνα και που φορούσε αυτός ο αλλόκοτος τύπος.

Ονειρευόταν να γίνει ακόμη πιο γνωστός.

Να μην υπάρχει καμία άλλη λέξη, καμία άλλη φράση, πέρα από αυτόν και την Κορώνα από 19 καράτια στα χρόνια που θα ακολουθούσαν.

Στις πιο πολλές χώρες, οι άνθρωποι ήταν φοβισμένοι.

Κλείνονταν στα σπίτια τους.

Τα νοσοκομεία γέμισαν.

Οι παιδικές χαρές και τα πάρκα άδειασαν.

Τα παιδιά δεν πήγαιναν πια σχολείο. Ούτε οι μεγάλοι στη δουλειά τους.

Ο φόβος απλώθηκε σε όλη τη γη.

Ο Γογκ με την Κορώνα των 19 Καρατίων στο κεφάλι ήταν πιο διάσημος κι από την ίδια τη φήμη. Το όνομά του ακουγόταν από όλους τους ανθρώπους πάνω από 50 φορές το λεπτό.

Ήταν πασίγνωστος όχι απλά γνωστός.

Η Μυρτώ πια είχε γίνει πιστευτή από τους γνωστούς της.

Μαζεύονταν, σε απόσταση μεταξύ τους, έξω από το σπίτι της με πανιά στο πρόσωπο και κοιτούσαν αμίλητοι, σα να περίμεναν από το παιδί αυτό να φέρει τη γιατριά.

Η Μυρτώ είχε χάσει τον ύπνο της. Δεν ήξερε τι να κάνει.

Στο σπίτι της δεν είχε αρρωστήσει κανείς, όμως όλοι ήταν φοβισμένοι.

Η μαμά της, της φιλούσε το πίσω μέρος των μαλλιών της και ο μπαμπάς πια δεν πήγαινε στη δουλειά. Δεν έκαναν αγκαλιές και δεν έβλεπαν τον παππού και τη γιαγιά.

Η μαμά έκαιγε τις εφημερίδες στο τζάκι καθώς δεν άντεχε να διαβάζει κάθε φήμη για τις μαύρες μέρες, που θα έρχονταν στο βασίλειο.

Είχε μέρες να δει τον Γιαν και δεν έφτιαχναν πια μαζί σαπούνι με άρωμα από 3χρωμα τριαντάφυλλα.

Εκείνο το βράδυ η Μυρτώ δεν κοιμήθηκε.

Δεν ξάπλωσε καν.

Το είχε πάρει απόφαση.

Ήταν πολύ μικρή για να τα βάλει με τον Γογκ αλλά όχι πολύ μικρή για να βάλει με το γεγονός ότι όλοι στο βασιλείο ήταν φοβισμένοι, ή άρρωστοι.

Είχε ακούσει τη Σελήνη πολύ καλά. Κι ας μην την είχε πιστέψει κανένας, η ίδια ήταν μπροστά σε αυτήν την αλλόκοτη συμφωνία.

Οι εχθροί για να σταματήσουν την παραφροσύνη του Γογκ ήταν τρεις. Κι η Μυρτώ είχε και τα τρια χαρακτηριστικά, ήταν παιδί, ήταν γεμάτη αγάπη κι ήξερε να φτιάχνει σαπούνι.

Φόρεσε το φουλάρι της στο κεφάλι, κάλυψε τη μύτη και το στόμα της, πέρασε στο μπαλκόνι, γλύστρισε χορευτικά από την κληματαριά και προσγειώθηκε στην πίσω αυλή. Σκονισμένη αλλά γεμάτη πείσμα, βρέθηκε στο δρόμο να πηγαίνει προς το σπίτι του Γιαν. Ήταν πολύ αργά. Δεν κυκλοφορούσε κανείς πέρα από δυο περίεργες γάτες, που την ακολουθούσαν καμαρωτές.

Το δρόμο πάλι φώτιζε ένα τεράστιο φεγγάρι.

Στο τέλος της ανηφόρας η Μυρτώ θυμωμένη σταμάτησε και τα έβαλε με τη Σελήνη.

«Εσύ φταις για όλα που συμφώνησες να γίνει το όνειρο αυτού του τρελού πραγματικότητα. Μα αν έχει δύναμη αυτό το μέρος της υπόσχεσής σου, θα έχει και το άλλο… Θα δείτε όλοι σας!»

Η Μυρτώ βρέθηκε στο σπίτι του Γιαν. Ήταν σίγουρη πως ούτε αυτός κοιμόταν. Του χτύπησε το τζάμι στο παράθυρο.

Αυτός πετάχτηκε σε δευτερόλεπτα λες και την περίμενε.

«Τι  κάνεις εδώ τέτοια ώρα;» ρώτησε ο  Γιαν.

«Άσε τις ερωτήσεις, έχουμε δουλειά», είπε η Μυρτώ.

«Τι δουλειά; Κανένας δε δουλεύει πια. Που ζεις εσύ;»

«Και τι προτείνεις να κάτσουμε με σταυρωμένα τα χέρια;»

«Ναι, θα περιμένουμε και εμείς να αρρωστήσουμε».

«Πολύ θαρραλέος είσαι. Η αδερφή σου είναι μέσα;»

«Ναι ράβει, λες και θα πάει πουθενά.»

«Γιαν, έχω ένα σχέδιο. Κάποτε με πίστεψες. Θέλω να με πιστέψεις και τώρα.

Φώναξε και την αδερφή σου.»

Η Μυρτώ εξήγησε στην Άννα, τη μεγάλη αδερφή του Γιαν, ότι είχε γίνει από την αρχή.

Εκείνη άκουγε με τα χέρια της να στηρίζουν το κεφάλι της και τα μεγάλα της πράσινα μάτια ορθάνοιχτα.

Δεν έχασε κουβέντα.

Κοιτούσε τη Μυρτώ στο στόμα.

Η Μυρτώ πρότεινε στην Άννα να ράψει μάσκες με πολύ όμορφα υφάσματα και χρώματα για να μη χρειάζεται οι άνθρωποι να κρατούν τα μαντήλια με τα χέρια τους. Της πρότεινε να ράψει και ρόμπες με μεγάλες τσέπες να φοράνε οι γιατροί κι οι νοσοκόμες και μεγάλα σακούλια με μακριά σκοινιά για να βάζουν φαγητό στους παππούδες και τις γιαγιάδες, που δε μπορούσαν να πηγαίνουν για να αγοράσουν τρόφιμα.

Τέλος εκείνη κι ο Γιαν θα έφτιαχναν κι άλλα σαπούνια. Θα έβρισκαν κι όλα τα παλιά και θα τα άφηναν έξω από κάθε σπίτι.

«Πρέπει να δουλεύουμε ένα μήνα για να προλάβουμε να φτιάξουμε για όλους» είπε η Άννα δίνοντας μια στροφή στο τόπι με το κίτρινο λουλουδάτο ύφασμα.

«28 μέρες ακριβώς» είπε η Μυρτώ. «Το έχω υπολογίσει. Κάθε βράδυ που οι άλλοι θα κοιμούνται, εμείς θα δουλεύουμε».

«Θα πάρει πολύ καιρό» είπε ο Γιαν, τρίβοντας το πηγούνι του.

«Στο μεταξύ θα αρρωστήσουν κι άλλοι και θα μας καταλάβουν κι οι γονείς μας.»

«Αν τους ζητούσαμε να βοηθήσουν; Θα είμαστε 7 σύνολο αν δουλέψουμε και οι 2 οικογένειες,» είπε η Άννα.

«Έτσι θα πάρει μόνο 4 νύχτες.»

«Δύο θα πάρει αν δουλεύουμε και στη διάρκεια της μέρας» είπε η μαμά του Γιαν που είχε μπει αθόρυβα στο δωμάτιο.

«Ναι, αν ενωθούμε θα πάρει μόνο δυο μέρες. Θα προλάβουμε.» είπε χαρούμενη η Μυρτώ.

Έτσι κι έγινε. Για 48 ώρες, η Μυρτώ, ο Γιαν, η Άννα και οι γονείς τους έφτιαχναν μάσκες, ρόμπες και σαπούνι. Η γιαγιά του Γιαν ανέλαβε με τα καλλιγραφικά της να γράφει ένα σημείωμα, που θα έβαζαν σε κάθε πακέτο. Θα τα ετοίμαζε και θα τα άφηνε κάτω από μια μεγάλη πέτρα στην αυλή να τα πάρουν τα παιδιά.

Ένα σαπούνι σε σχήμα καρδιάς με άρωμα από 3χρωμο τριαντάφυλλο. Μια μάσκα από λουλουδάτα υφάσματα. Μια ρόμπα με μεγάλες τσέπες για κάθε γιατρό και κάθε νοσοκόμα και ένα σακούλι με μεγάλα κορδόνια για κάθε παππού και κάθε γιαγιά.

Η δουλειά τους ήταν πολύ κουραστική. Τους πήρε μισή μέρα παραπάνω κι έτσι τελείωσαν στις δυόμιση μέρες.

Το βράδυ της τρίτης μέρας θα μοίραζαν τα πακέτα σε όλο το βασίλειο.

Η γιαγιά του Γιαν είχε γράψει σε μικρά χαρτάκια ένα πολύ όμορφο μήνυμα:

«Κι ας μην είχαμε πάντα καθαρή σκέψη, μπορούμε να έχουμε καθαρή καρδιά πλένοντας τα χέρια μας συνέχεια, γιατί έτσι φροντίζουμε τον κόσμο όλο.

Για να μπορούμε και πάλι να είμαστε μαζί και να αγκαλιαζόμαστε.

Κι ας φοράμε μάσκα, θα χαμογελάμε με τα μάτια.

Όλοι μαζί θα έχουμε πετάξει στο κενό αυτήν την απαίσια κορώνα από 19 καράτια. Για όσους αγαπάς, κάνε μια σαπουνάδα, βάλε στο κακό μια απέραντη μπουγάδα»

Το πρωί αφού μοίρασαν τα πακέτα βρήκε τις δύο οικογένειες εξαντλημένες αλλά πολύ χαρούμενες.

Ξαναγύρισαν στα σπίτια τους και περίμεναν.

Τώρα όμως δεν περίμεναν να αρρωστήσουν κι αυτοί με τη σειρά τους αλλά περίμεναν να σταματήσουν οι  άλλοι άνθρωποι να αρρωσταίνουν.

Και πράγματι. Κάθε μέρα αρρώσταιναν και πιο λίγοι.

Σε κάθε μέρος της γης οι άνθρωποι έκαναν σαπουνάδα και το κακό έστελναν σε απέραντη μπουγάδα.

Χαμογελούσαν στα παράθυρά τους.

Σε κάθε σπίτι που κάποιος γινόταν καλά έκαναν σαπουνόφουσκες από τα μπαλκόνια τους.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες όλος ο κόσμος είχε τυλιχτεί σε μια πελώρια σαπουνόφουσκα και τότε ο πλανήτης πήγε πολύ πολύ ψηλά.

Είδε ουρανούς που ποτέ του δεν είχε φανταστεί και ήλιους που φώτιζαν τόσο γλυκά τη φύση που σκότωναν τα μικρόβια σε σχήμα κορώνας μέσα στους πνεύμονες των αρρώστων.

Η γη στροβίλιζε σε νέους γαλαξίες και οι νύχτες είχαν χρώματα, οι μέρες είχαν αρώματα.

Ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα έγιναν καλά μετά από πολλές εβδομάδες, που είχαν πυρετό.

Οι δύο πριγκίπισσες ανάρρωσαν κι αυτές και ζήτησαν από τους συζύγους τους για να αποδοθεί το δίκαιο να φανερώσουν κάθε πληροφορία για τον Γογκ.

Ο Βαγκ κι ο Λεμπ μίλησαν στις γυναίκες τους για τα δύσκολα παιδικά τους χρόνια, για την έλλειψη αποδοχής και για τον πόνο στην καρδιά του Γογκ, που έψαχνε να βρει αυτό που του έλειπε με τον πιο καταστροφικό τρόπο. Μίλησαν με πόνο για τον αδερφό τους που είχε ανάγκη από όλα όσα δίδασκε στους άλλους και αποφάσισαν να πάνε να τον βρουν για να τον συνετίσουν.

Ο Βασιλιάς έμαθε για την επίγνωση των γαμπρών του και τους συγχώρεσε.

Είχε μάθει για τη Μυρτώ και για τον Γιαν, την Άννα και τους γονείς τους κι είχε στο μυαλό του ένα μεγάλο σχέδιο.

Πήρε τους ακόλουθους του, τους Ιππότες του, τον Λεμπ και τον Βαγκ και κίνησαν να βρουν τον μοχθηρό και δυστυχισμένο Γογκ με την Κορώνα των 19 Καρατίων.

Έτσι που στροβύλιζε η Γη σε νέα σύμπαντα όλοι οι άνθρωποι είχαν γίνει πιο σοφοί. Όλοι βάλθηκαν να βοηθήσουν στην αποστολή του βασιλιά.

Ο Γογκ, ο μεγαλομανής με την Κορώνα των 19 Καρατίων εξακολουθούσε να είναι ο πιο διάσημος στην ιστορία του κόσμου, αλλά παράλληλα ήταν κι ο πιο μισητός.

Ήταν τόσο μισητός, που κανείς δεν ήθελε να θυμάται αυτόν και την Κορώνα του από 19 Καράτια.

Ο Σοφός Βασιλιάς, όμως είχε πράγματι ένα πολύ σπουδαίο σχέδιο που μόνο Αληθινοί Ηγέτες έχουν.

Φτάνοντας στην πόρτα από το ανάκτορο του Γογκ, ο Βασιλιάς ήξερε ήδη τι θα πει.

Ζήτησε από τους ακόλουθους του να τον αφήσουν να μπει μόνος του μέσα.

Πήρε μόνο το σαπούνι μαζί του και τη μάσκα του.

Ο Βασιλιάς βρήκε τον Γογκ να κοιτάζεται σε έναν καθρέφτη.

Το αλλοτινό του υπεροπτικό ύφος είχε χαθεί. Στον καθρέφτη μέσα είδε ένα πληγωμένο παιδί, έναν άνθρωπο που πονούσε πολύ από τον εγωισμό του, τόσο πολύ που ήταν δύσκολο να μετανιώσει για το κακό που είχε κάνει σε τόσο κόσμο.

Ο Βασιλιάς του έδωσε το σαπούνι και του έριξε νερό από ένα κανάτι.

«Πλύνε τα χέρια σου και καθώς κυλά το νερό, έτσι θα κυλήσουν όλες οι κακές πράξεις.

Φόρα τη μάσκα αυτή μέχρι να μάθεις και πάλι να χαμογελάς και να εννοείς κάθε κουβέντα που θα λες.

Βγάλε αυτήν την Κορώνα από το κεφάλι σου.

Μόνο αν η Κορώνα γίνει και πάλι σύμβολο για το καλό θα σε συγχωρήσει ο κόσμος και μόνο αν με τη ζωή σου δείξεις πως έχεις καλό μέσα στην καρδιά σου θα έχεις θέση ανάμεσά μας.

Μέσα στην καρδιά σου κάπου βαθιά κρυμμένο υπάρχει καλό.

Σε αυτή την μεγάλη μας περιπέτεια μάθαμε όλοι, διάσημοι και άσημοι, πλούσιοι και φτωχοί, μικροί και μεγάλοι, άνδρες, γυναίκες, μορφωμένοι κι αγράμματοι πως είμαστε μαζί και πως είμαστε ίσοι.

Μόνο αν δεχτείς να δεις τη δόξα στα απλά πράγματα, αν προσφέρεις χωρίς να σε νοιάζει η φήμη και η μεγαλομανία και, θα γιατρευτεί ο πόνος σου.

Πρέπει να αφήσεις στον εαυτό σου να γίνει κάποιος άλλος.

Για όσους αγαπάς, κάνε μια σαπουνάδα, βάλε στο κακό μια απέραντη μπουγάδα»

Ο Γογκ λύγισε. Ξέσπασε σε λυγμούς. Τα δάκρυα του μαζί με το σαπούνι έκαναν ένα τεράστιο ποτάμι σαπουνάδας. Το ποτάμι αυτό τον πήρε μακριά.

Δεν τον είδαν ποτέ ξανά.

Άλλοι λένε πως πετά στο σύμπαν μέσα σε μια μεγάλη σαπουνόφουσκα, άλλοι λένε πως ζει στα δάση με τις 3χρωμες τριανταφυλλιές και άλλοι πως έγινε γιατρός με άλλο όνομα και ερευνούσε για το φάρμακο.

Γιατί ναι… βρέθηκε το φάρμακο στον Κόσμο.

Οι άνθρωποι έφτιαξαν μόνοι τους το φάρμακο στον Οργανισμό τους.

Έφτιαξαν σιγά σιγά ένα κύτταρο, που έμοιαζε με διπλή κορώνα, ένα μεταλλαγμένο αστροκύτταρο που ξυπνούσε μέσα στο σώμα όταν οι άνθρωποι αγαπούσαν, όταν αγαπούσαν πολύ, όταν έκαναν όνειρα κι όταν μάθαιναν καινούργια πράγματα.

Οι ίδιοι έφτιαχναν το φάρμακο τους.

Και ξανάρχισαν και πάλι να χαμογελούν με το στόμα και να κάνουν αγκαλιές σφιχτές και να δίνουν φιλιά και να παίζουν στα πάρκα, να κοιμούνται στον παππού και στην γιαγιά και να ξενυχτάνε με μουσική στις ταράτσες.

Ο πλανήτης ήταν ακόμη τυλιγμένος σε μια τεράστια σαπουνόφουσκα και πάντα πήγαινε πιο ψηλά και πιο ψηλά και πιο ψηλά.

Και όλοι αγαπούσαν και έκαναν όνειρα γιατί μόνο τότε τα αστροκύτταρα έφτιαχναν διπλές κορώνες και σκότωναν τον ιό της  κακής Κορώνας 19 Καρατίων.

Κι η Μυρτώ;

Η Μυρτώ έγινε η νέα Βασίλισα. Έγινε γιατρός. Έγινε διάσημη για το επιστημονικό της έργο και τα βράδια έφτιαχνε σαπούνια σε σχήμα καρδιάς με άρωμα 3χρωμης τριανταφυλλιάς.

Έτσι κι εσύ…

Για όσους αγαπάς, κάνε μια σαπουνάδα, βάλε στο κακό μια απέραντη μπουγάδα…

Tags from the story

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *